«Η ακρίβεια είναι το λάδι που πέφτει στη φωτιά των χαμηλών εισοδημάτων. Όταν οι τιμές βασικών αγαθών -στέγασης, ενέργειας, τροφίμων, εκπαίδευσης και Υγείας- αυξάνονται δυσανάλογα σε σχέση με τα εισοδήματα, το “οικονομικό κόστος” δημιουργίας οικογένειας και απόκτησης και ανατροφής παιδιών γίνεται απαγορευτικό», τονίζει ο συνομιλητής μας
Συνέντευξη στην Τέτα Τσετσέκου
Γ. ΑΡΓΕΙΤΗΣ, ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΙΝΕ ΓΣΕΕ ΣΤΗΝ ONE VOICE
Το δημογραφικό ζήτημα και τη σύνδεσή του με τα οικονομικά και εργασιακά προβλήματα που ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία θίγει στη συνέντευξη που μας παραχώρησε ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, Γιώργος Αργείτης.
Το δημογραφικό είναι μια πραγματικότητα που απειλεί την κοινωνική συνοχή, την οικονομική ανάπτυξη και, κυρίως, τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού μας συστήματος. Πώς όμως μπορεί ένα νέο ζευγάρι να σκεφτεί τη δημιουργία οικογένειας όταν ο βασικός μισθός είναι 880 ευρώ, όταν προωθείται η εργασία-«λάστιχο» με 13ωρα και όταν το κόστος ενοικίασης μιας κατοικίας, μαζί με τα πάγια, απαιτεί τουλάχιστον τον μισό μισθό;
Σε αυτά τα ζητήματα αναφέρεται ο καθηγητής στο Οικονομικό τμήμα του ΕΚΠΑ και επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, Γιώργος Αργείτης. Ο καθηγητής, κληθείς να σχολιάσει τις οικονομικές εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, επισημαίνει μεταξύ άλλων την ύπαρξη μιας σαφούς αντίφασης: «Η αντίφαση είναι προφανής, με το ένα χέρι η κυβέρνηση δίνει φοροελαφρύνσεις και με το άλλο στερεί τον ζωτικό χρόνο που απαιτείται για τη γονεϊκότητα».
Θεωρείτε επαρκή τα φορολογικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν από την κυβέρνηση στην ΔΕΘ για την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος; Αρκεί η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος;
Το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα συνιστά ένα σύνθετο και διαρθρωτικό φαινόμενο. Συνδέεται με τα χαμηλά εισοδήματα, τη χαμηλή ποιότητα εργασιακού περιβάλλοντος, τις κοινωνικές ανισότητες, το υψηλό κόστος στέγασης, παιδείας και διαβίωσης, το μεταναστευτικό ισοζύγιο, καθώς και με πολιτισμικές και αξιακές αλλαγές που αφορούν στον τρόπο ζωής. Είναι ένα πρόβλημα οικονομικής βιωσιμότητας, κοινωνικής προόδου και μακροπρόθεσμης στρατηγικής ανάπτυξης.
Στο πλαίσιο αυτό, η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, με μέτρα μείωσης της άμεσης φορολογίας για τους νέους και τις πολύτεκνες οικογένειες, όπως αυτά που ανακοινώθηκαν από την κυβέρνηση, μπορεί να συμβάλει στην ανακούφιση ορισμένων μόνο πτυχών του δημογραφικού προβλήματος. Όμως, η ουσιαστική αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί μια ολιστική πολιτική. Από την παιδική μέριμνα, τη στέγαση και τη φροντίδα ηλικιωμένων μέχρι τη μείωση της αβεβαιότητας στην αγορά εργασίας, τον περιορισμό των επισφαλών μορφών απασχόλησης, την αποκατάσταση της ισορροπίας επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις τα φορολογικά κίνητρα είναι αποσπασματικά.
Επίσης, σημαντικό ρόλο έχει και το αρχικό συνολικό εισόδημα, όχι μόνο το διαθέσιμο. Ένα εισόδημα της τάξης των 20.000 ευρώ, ακόμη και με μηδενικό φόρο, δεν επαρκεί για μια πραγματικά αξιοπρεπή διαβίωση μιας πενταμελούς ή πολύτεκνης οικογένειας, ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψη οι αυξημένες τιμές στέγης, ενέργειας και εκπαίδευσης. Η οικογένεια θα βιώνει στερήσεις και οικονομική ανασφάλεια. Το ενοίκιο ή η δόση του στεγαστικού και οι λογαριασμοί ενέργειας, νερού, τηλέφωνου συχνά απορροφούν πάνω από το 35-40% του εισοδήματος. Τα έξοδα διατροφής, οι δαπάνες για φροντιστήρια και εξωσχολικές δραστηριότητες αποτελούν αναπόφευκτες οικονομικές δαπάνες. Συνεπώς, οι χαμηλοί μισθοί στη χώρα μας οδηγούν σε χαμηλό ετήσιο εισόδημα, το οποίο με τη σειρά του δεν μπορεί να εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για την πλειονότητα των ελληνικών νοικοκυριών.
Πόσο κρίσιμη είναι η ακρίβεια ως παράγοντας που επηρεάζει τις αποφάσεις των νοικοκυριών σχετικά με την τεκνοποίηση και γενικότερα το δημογραφικό πρόβλημα;
Η ακρίβεια είναι το λάδι που πέφτει στη φωτιά των χαμηλών εισοδημάτων. Όταν οι τιμές βασικών αγαθών -στέγασης, ενέργειας, τροφίμων, εκπαίδευσης και Υγείας- αυξάνονται δυσανάλογα σε σχέση με τα εισοδήματα, το «οικονομικό κόστος» δημιουργίας οικογένειας και απόκτησης και ανατροφής παιδιών γίνεται απαγορευτικό. Έτσι, ακόμη και οικογένειες που θα επιθυμούσαν περισσότερα παιδιά καταλήγουν να περιορίζονται σε ένα ή κανένα, λόγω της αβεβαιότητας για την κάλυψη βασικών αναγκών. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για τους νέους, οι οποίοι συχνά βρίσκονται σε συνθήκες επισφαλούς εργασίας και υψηλών στεγαστικών δαπανών.
Από δημογραφική λοιπόν σκοπιά, η ακρίβεια ενισχύει την υπογεννητικότητα. Επομένως, η οικονομική στήριξη της οικογένειας δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο σε δημοσιονομικά μέτρα και στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, αλλά να ενταχθεί σε ένα πολυδιάστατο πλαίσιο πολιτικών, με έμφαση στις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, που ενισχύουν τα εισοδήματα και εξισορροπούν τη σχέση οικογένειας – εργασίας και στις επενδύσεις σε δημόσιες υποδομές φροντίδας παιδιών. Διαφορετικά, η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος θα εξελιχθεί ως μια μεμονωμένη ανεπαρκής παρέμβαση.
Τι ρόλο παίζουν τα ωράρια και η ένταση της εργασίας στη λήψη αποφάσεων για τεκνοποίηση, ειδικά για τις γυναίκες; Η 13ωρη απασχόληση πόσο θα δυσκολέψει τις νέες οικογένειες να κάνουν παιδιά;
Τα ωράρια και η ένταση της εργασίας αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν άμεσα τις αποφάσεις για τεκνοποίηση, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Η ασυμβατότητα μεταξύ εξουθενωτικών εργασιακών συνθηκών και των αναγκών φροντίδας ενός παιδιού οδηγεί πολλές γυναίκες σε αναβολή ή και εγκατάλειψη της προοπτικής μητρότητας. Η γενίκευση της 13ωρης απασχόλησης που προωθεί η κυβέρνηση θα οξύνει περαιτέρω το ήδη αρνητικό δημογραφικό πλαίσιο, προσθέτοντας ένα σοβαρό εμπόδιο για τη δημιουργία και τη στήριξη νέων οικογενειών στην Ελλάδα. Η υπερεργασία περιορίζει δραστικά τον διαθέσιμο χρόνο για φροντίδα παιδιών, οικογενειακή ζωή και προσωπική ισορροπία, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η τεκνοποίηση φαντάζει πολύ δύσκολη ή ακόμη και ανέφικτη. Για τις γυναίκες, που εξακολουθούν να φέρουν το μεγαλύτερο βάρος της ανατροφής, η πίεση αυτή είναι ακόμη εντονότερη. Ενδεικτικά είναι τα ευρήματα πρόσφατης δημοσκοπικής έρευνας (Metron Αnalysis, Σεπτέμβριος 2025). Στο ερώτημα αναφορικά με το εάν ο χρόνος εργασίας τους σήμερα λειτουργεί αποτρεπτικά για την απόφασή τους να δημιουργήσουν οικογένεια και, στην περίπτωση που ήδη έχουν, να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά, θετικά απάντησε το 69% των άγαμων, το 67% των γυναικών και της ηλικιακής ομάδας 30-44 ετών και το 79% της ηλικιακής ομάδας 18-30 ετών.
Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι η συσχέτιση χρόνου εργασίας και δημογραφικού προβλήματος δεν είναι μόνο «ατομική επιλογή», αλλά ένα διαρθρωτικό ζήτημα. Συνδέεται με το πώς η αγορά εργασίας και οι κοινωνικές πολιτικές ενσωματώνουν (ή αποτυγχάνουν να ενσωματώσουν) τις ανάγκες των νέων να δημιουργήσουν οικογένεια και των γυναικών ως εργαζόμενων και μητέρων. Παράλληλα, η έλλειψη ελεύθερου χρόνου υπονομεύει την ποιότητα ζωής και την ψυχική και σωματική υγεία, με αποτέλεσμα ένα ακόμη πιο δυσμενές περιβάλλον για δημιουργία οικογένειας και γεννήσεις. Η εμπειρία δείχνει ότι χώρες που ενισχύουν την οικογένεια είναι εκείνες που προωθούν ανθρώπινα ωράρια εργασίας και θεσμικές υποδομές υποστήριξης, όχι εξαντλητικά εργασιακά καθεστώτα. Συνολικά για την πολιτική της κυβέρνησης θα λέγαμε ότι διακρίνεται από μια αντίφαση. Με το ένα χέρι δίνει φοροελαφρύνσεις στους γονείς και στους νέους και με το άλλο χέρι, με τη 13ωρη εργασία, τους κλέβει χρόνο για να κάνουν παιδιά και να γίνουν γονείς.
Πηγή: Καθημερινή One Voice 1voice.gr

0 Σχόλια