Κάθε φορά που βγαίνει μια δημοσκόπηση και δείχνει το ΠΑΣΟΚ να πλησιάζει —έστω και κατ’ οίκον— το 16%, τα φώτα ανάβουν, τα γραφεία γεμίζουν αισιοδοξία, και το επικοινωνιακό επιτελείο στήνει σχεδόν ομαδικούς πανηγυρισμούς. Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι η χαρά τους· είναι ότι χαίρονται σαν να ανακάλυψαν τον πολιτικό τροχό. Λες και το 16% είναι η νέα Μεγάλη Επανεκκίνηση της Δημοκρατικής Παράταξης. Λες και δεν θυμούνται ότι σε αυτή τη χώρα, η πολιτική ρευστότητα έχει την ίδια σταθερότητα με τα ποσοστά συμμετοχής σε μια φοιτητική συνέλευση: σήμερα 16%, αύριο 10%, μεθαύριο 12, και την άλλη εβδομάδα ξανά στα μονά.
Το πιο διασκεδαστικό, ωστόσο, είναι το πώς τα στελέχη του Ανδρουλάκη επιχειρούν να εξηγήσουν την κατάσταση. Με ύφος προπονητή που μόλις πήρε ισοπαλία εκτός έδρας, διαβεβαιώνουν ότι «η στρατηγική είναι βήμα-βήμα». Και ότι «το ΠΑΣΟΚ θα φτάσει στην κορυφή, έστω και με μία ψήφο διαφορά από τη ΝΔ». Το λένε με τόση αυτοπεποίθηση, που σχεδόν ξεχνάς ότι μιλούν για πολιτική και όχι για το πρωτάθλημα Super League 2.
Αν το ακούσει κανείς λίγο πιο προσεκτικά, η «τακτική Ανδρουλάκη» θυμίζει επικίνδυνα τη φιλοσοφία του Φερνάντο Σάντος στα ελληνικά γήπεδα. Μια τακτική προσεκτική, αμυντική, που έλεγε πάντα «σώζουμε τη σεζόν και βλέπουμε του χρόνου». Από τη 5η θέση πάμε στη 2η, μπαίνουμε στα play off, κάνουμε ένα πλάνο τριετίας και, αν όλα πάνε τέλεια, ίσως –ίσως!– πάρουμε πρωτάθλημα. Το ίδιο πλάνο, απλώς με πολιτικούς όρους: από 8% στο 12%, μετά στο 16%, να μπούμε στα “δημοσκοπικά play off” και βλέπουμε σε καμιά δεκαριά εκλογικές αναμετρήσεις αν μπορούμε να κοντράρουμε τη Νέα Δημοκρατία.
Αν συνεχιστεί αυτή η “λογική βήμα-βήμα”, θα χρειαστούν περίπου 30 συνεχόμενες εκλογές για να πιάσουν το 30%. Μέχρι τότε, βέβαια, οι μισοί σημερινοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ θα έχουν συνταξιοδοτηθεί – ή αποσυρθεί από τα κοινά λόγω βαρεμάρας. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, μια πολιτική στρατηγική που μοιάζει με προπονητική τακτική του 2008, δύσκολα εμπνέει τη νέα γενιά.
Και όμως, το κλίμα στο κόμμα είναι αυτό του “πάμε καλά, σταθερά, οργανωμένα”. Η λέξη “οργανωμένα” έχει γίνει σχεδόν εμβληματική. Όπως έλεγε κι ο Σάντος μετά από κάθε 0-0, «είχαμε πλάνο, παίξαμε με σύστημα». Μόνο που στην πολιτική, όταν παίζεις μονίμως για την ισοπαλία, κάποιος άλλος παίρνει τις νίκες.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι καν η στασιμότητα των ποσοστών, αλλά η ψευδαίσθηση προόδου. Το ΠΑΣΟΚ δείχνει να έχει πειστεί ότι κάθε μικρό βήμα είναι ιστορικό άλμα. Μια δημοσκόπηση στο 16% μεταφράζεται αυτόματα σε «επιβεβαίωση της στρατηγικής μας». Κανείς δεν αναρωτιέται αν αυτή η άνοδος οφείλεται στην πραγματική δυναμική του κόμματος ή απλώς στη φθορά των άλλων.
Και βέβαια, σε κάθε τέτοια στιγμή, οι εκπρόσωποι του κόμματος βγαίνουν στα κανάλια με ύφος “έχουμε πλάνο – προχωράμε συντεταγμένα”. Μόνο που το “πλάνο” μοιάζει περισσότερο με οδικό χάρτη προς το πουθενά. Γιατί αν ο στόχος είναι να φτάσουμε στην πρωτιά “έστω και με μία ψήφο”, τότε το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να έχει βάλει τον πήχη πιο χαμηλά κι από το όριο του 3%. Κανένα όραμα, κανένα πολιτικό ρίσκο, καμία πρόταση που να εμπνέει ή να ανατρέπει. Μόνο μια ψυχρή μετριοπάθεια ντυμένη με επικοινωνιακή αυτοπεποίθηση.
Αν κάτι διδάσκει η ελληνική πολιτική ιστορία, είναι ότι τα κόμματα που ζουν για τις δημοσκοπήσεις, πεθαίνουν από αυτές. Η κοινή γνώμη είναι σαν τον καιρό στην Πάρνηθα: μια μέρα ήλιος, την άλλη χαλάζι. Και όσοι στήνουν πάρτι με κάθε πρόσκαιρη άνοδο, ξυπνούν την επομένη με πολιτικό hangover. Το ΠΑΣΟΚ, αντί να χαίρεται που έφτασε το 16%, θα έπρεπε να ανησυχεί γιατί ακόμα και εκεί, το ερώτημα παραμένει το ίδιο: “Γιατί να σε ψηφίσει κάποιος;”
Ίσως, τελικά, το πρόβλημα να μην είναι η τακτική “βήμα-βήμα”, αλλά το ότι δεν υπάρχει προορισμός. Γιατί χωρίς σαφή στόχο, το βήμα γίνεται βόλτα. Και όταν η πολιτική μετατρέπεται σε αργό περπάτημα προς μια ανύπαρκτη κορυφή, το μόνο που μένει είναι το ανέκδοτο: ότι κάπου εκεί, ανάμεσα στο 16% και στο όνειρο της “μιας ψήφου διαφοράς”, το ΠΑΣΟΚ έχει γίνει το ποδοσφαιρικό μοντέλο της μεταβατικής περιόδου — με «πλάνο τριετίας», πειθαρχία, οργάνωση, και, φυσικά, κανένα πρωτάθλημα στον ορίζοντα.
Γιατί όπως θα έλεγε κι ο ίδιος ο Σάντος, «το σημαντικό είναι να μην χάσουμε». Μόνο που στην πολιτική, όποιος παίζει για να μην χάσει, σπάνια κερδίζει.

0 Σχόλια