Υπήρξε μια εποχή που ο ελληνικός κινηματογράφος, αντί να λειτουργεί ως καθρέφτης της κοινωνίας, έγινε το εργαλείο μιας συστηματικής λήθης. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 έως τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, το σινεμά της εποχής προτίμησε να αφηγηθεί το «έπος του ’40» μέσα από τα μάτια της επίσημης εθνικοφροσύνης, αποσιωπώντας την πιο ουσιαστική, τη βαθιά λαϊκή πλευρά του: την Εθνική Αντίσταση και τη συμβολή των αγωνιστών που πάλεψαν για την ελευθερία με το όπλο στο χέρι — συχνά με το στίγμα του κομμουνιστή, του αντάρτη, του «επικίνδυνου».
Από τις πρώτες πολεμικές παραγωγές των αρχών του ’60 έως τα εθνικιστικά κατασκευάσματα της χούντας, το σινεμά παρουσίαζε ένα είδος «καθαρού» ηρωισμού, απονευρωμένου από κάθε ταξικό ή πολιτικό περιεχόμενο. Η 28η Οκτωβρίου, το «Όχι» του Μεταξά και οι μάχες στα βουνά της Πίνδου εμφανίζονταν ως στιγμές ενότητας ενός έθνους που τάχα πολεμούσε αρραγώς ενωμένο, χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις, χωρίς διαφωνίες, χωρίς κοινωνικές τομές. Οι ταινίες της εποχής περιέγραφαν έναν λαό υπάκουο, πειθαρχημένο, στρατιωτικοποιημένο, που πολεμά «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία».
Μόνο που αυτό το αφήγημα ήταν ελλιπές. Για να μην πούμε παραχαραγμένο. Διότι το αληθινό έπος δεν τελείωσε στα χιονισμένα βουνά του ’40. Συνεχίστηκε στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής, με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, με τους εργάτες των πόλεων, με τους νέους που έπεφταν στα εκτελεστικά αποσπάσματα της Καισαριανής. Αυτή η πλευρά του αγώνα —ο συλλογικός, λαϊκός, πολιτικός αγώνας για τη λευτεριά— δεν βρήκε θέση στο σινεμά της εποχής. Αντίθετα, αποκλείστηκε, διαστρεβλώθηκε ή αντικαταστάθηκε από ανώδυνα στερεότυπα: ευειδείς αξιωματικοί, ωραίες νοσοκόμες, ψυχωμένοι στρατιώτες, και πάντα, μα πάντα, μια Ελλάδα ενωμένη κάτω από το λάβαρο της Δεξιάς.
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η κινηματογραφική αφήγηση ταυτίστηκε με την επίσημη γραμμή του κράτους. Στα μετεμφυλιακά χρόνια, ο ελληνικός κινηματογράφος λειτούργησε ως φορέας της «εθνικής αγωγής» — μιας αγωγής που απαγόρευε να ειπωθεί η λέξη «αντίσταση» με τη σημασία που της έδωσε ο λαός. Ο ΕΑΜικός αγώνας θεωρούνταν επικίνδυνος, σχεδόν προδοτικός. Οι κομμουνιστές αγωνιστές, οι άνθρωποι που σήκωσαν στους ώμους τους τη λευτεριά, μετατράπηκαν σε σκιές. Αντί για τον Γοργοπόταμο και την Αντίσταση, προβαλλόταν η κατασκοπευτική περιπέτεια, η ηρωική αποστολή κάποιου «μυστικού πράκτορα» που δρούσε «για την πατρίδα».
Έτσι, ταινίες όπως η ''Υπολοχαγός Νατάσσα'' και δεκάδες άλλες, καλλιέργησαν μια εθνικιστική φαντασίωση, όπου ο εχθρός ήταν πάντα ξένος, ποτέ ταξικός. Όπου ο Έλληνας παρουσιαζόταν γενναίος, αλλά όχι πολιτικοποιημένος· θύμα, αλλά ποτέ επαναστάτης.
Στην περίοδο της δικτατορίας, η κατάσταση αυτή πήρε διαστάσεις οργανωμένης προπαγάνδας. Οι συνταγματάρχες αντιλήφθηκαν πολύ νωρίς τη δύναμη της εικόνας. Χρηματοδότησαν παραγωγές που εξυπηρετούσαν τη «νέα εθνική αγωγή», τη χουντική εκδοχή του πατριωτισμού. Το «Όχι» του Μεταξά έγινε το προπαγανδιστικό τους λάβαρο. Ταινίες που γέμιζαν τις αίθουσες και τις ψυχές με δάκρυα συγκίνησης λειτουργούσαν ως άλλοθι της λογοκρισίας, αποκρύπτοντας ότι εκείνη ακριβώς την εποχή χιλιάδες Έλληνες φυλακίζονταν, βασανίζονταν ή εξορίζονταν για την ίδια εκείνη λέξη — για ένα «Όχι» διαφορετικό, βαθιά δημοκρατικό.
Ο κινηματογράφος της χούντας, με λίγες εξαιρέσεις, ήταν μια συνεχής υπόκλιση στο καθεστώς. Ένα θέατρο ψευδούς ενότητας. Οι ήρωες του ’40 μετατρέπονταν σε πρότυπα «εθνικώς σκεπτόμενων» στρατιωτών, οι γυναίκες σε αγγέλους του καθήκοντος, και η Ελλάδα παρουσιαζόταν ως αιώνια παρθένα πατρίδα που μόνο η «παράταξη της τάξεως» μπορούσε να προστατέψει. Οτιδήποτε θύμιζε ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ ή κομμουνιστικό ιδεώδες, εξαφανίστηκε.
Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια και να έρθει η Μεταπολίτευση για να αρχίσει δειλά η αποκατάσταση αυτής της ιστορικής στρέβλωσης. Ταινίες όπως το ''Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;'' του Θανάση Βέγγου έσπασαν το προπαγανδιστικό καλούπι, φέρνοντας για πρώτη φορά στην οθόνη την οπτική του απλού ανθρώπου που αντιστέκεται, όχι γιατί του το είπε η εξουσία, αλλά γιατί το επιβάλλει η συνείδησή του. Αργότερα, σκηνοθέτες όπως ο Παντελής Βούλγαρης και ο Νίκος Τζίμας, με έργα όπως ''Το προξενιό της Άννας'' ή ''Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο'', επανέφεραν το σινεμά στη θέση του: όχι ως μηχανισμό λήθης, αλλά ως εργαλείο μνήμης και πολιτικής αυτογνωσίας.
Ο ελληνικός κινηματογράφος των δεκαετιών του ’60 και του ’70, ιδίως στα χρόνια της δικτατορίας, αποτελεί σήμερα ένα καθρέφτισμα του τρόπου που η εξουσία εργαλειοποιεί την τέχνη. Μας θυμίζει ότι η εικόνα δεν είναι ποτέ αθώα· ότι το έπος του ’40 δεν είναι απλώς μια στρατιωτική νίκη, αλλά ένα ιστορικό ορόσημο με κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες. Και ότι η λήθη της Εθνικής Αντίστασης από τη μεγάλη οθόνη δεν ήταν αμέλεια, αλλά συνειδητή πολιτική πράξη.
Στις ταινίες της δεξιάς μεταπολεμικής περιόδου, δεν υπάρχουν αντάρτες του βουνού· υπάρχουν μόνο «ήρωες» του επιτελείου. Δεν υπάρχει ο Γοργοπόταμος· υπάρχει το σαλόνι των στρατηγών. Δεν υπάρχει ο άνθρωπος που σήκωσε το όπλο για να διεκδικήσει δικαιοσύνη· υπάρχει ο πειθαρχημένος πατριώτης που πολεμά για τη «βασιλεία και την πίστη».
Αυτό το σινεμά —παρά τις τεχνικές του αρετές, παρά τη γοητεία των αστέρων του— έπαιξε τον ρόλο του στην ιστορική λήθη. Ενίσχυσε τον μύθο μιας «εθνικής ομοψυχίας» που δεν υπήρξε ποτέ. Και απέκρυψε το πιο πολύτιμο μάθημα της Ιστορίας: ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται, κατακτιέται. Όχι στα κινηματογραφικά στούντιο, αλλά στα βουνά, στις φυλακές, στις εξορίες, εκεί όπου οι «ανώνυμοι» έγραψαν το δικό τους σενάριο — με αίμα και με αξιοπρέπεια.
Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω σε εκείνον τον κινηματογράφο, οφείλουμε να τον διαβάσουμε όχι μόνο ως τέχνη, αλλά ως τεκμήριο μιας εποχής όπου η εξουσία είχε βρει τον πιο «όμορφο» τρόπο να σβήσει τη μνήμη. Και να θυμόμαστε πως, όσο η τέχνη δεν λέει όλη την αλήθεια, το έπος μένει μισό. Γιατί το «Όχι» που αξίζει να θυμόμαστε δεν ειπώθηκε στα ανάκτορα, αλλά στα βουνά. Και δεν γράφτηκε με κάμερες, αλλά με αγώνες.

0 Σχόλια