Υπήρξαν κάποτε σύντροφοι. Ο ένας, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, με το ήρεμο βλέμμα του τεχνοκράτη, το κομψό αγγλικό του ύφος, τη σταθερή πίστη στην οικονομική ακρίβεια. Ο άλλος, ο Αλέξης Τσίπρας, με το ένστικτο του ηγέτη, τη μαχητική αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που βγήκε από τις πλατείες και ανέτρεψε τα δεδομένα. Για χρόνια συμπορεύτηκαν, ώσπου ήρθε η στιγμή που οι δρόμοι τους χώρισαν. Από τότε, η σχέση τους μοιάζει περισσότερο με καθρέφτη: ο καθένας βλέπει στον άλλον αυτό που κάποτε υπήρξε, αλλά δεν θέλει πια να θυμάται.
Ο Τσακαλώτος, τα τελευταία χρόνια, δεν χάνει ευκαιρία να αποστασιοποιείται από τον Τσίπρα. «Δεν έχουμε μιλήσει από το 2023», είπε πρόσφατα, με εκείνη τη σχεδόν επιτηδευμένη ψυχραιμία που κάνει τα λόγια του να ακούγονται πιο βαριά. Άλλοτε, υπαινίχθηκε πως «το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ το 2023 δεν ήταν κοστολογημένο». Και σαν να μην έφτανε αυτό, ομολόγησε δημόσια πως «στην αντιπολίτευση μπορούμε να λέμε και κάτι παραπάνω, δηλαδή να κοροϊδεύουμε τον κόσμο».
Ήταν η στιγμή που πολλοί απόρησαν: πώς μπορεί ένας πρώην υπουργός Οικονομικών να μετατρέπει την πολιτική ευθύνη σε ατάκα ειρωνείας; Πώς γίνεται να ξεχνά ότι εκείνος υπέγραφε, υπερασπιζόταν και ενσάρκωνε το ίδιο πρόγραμμα που τώρα χλευάζει; Κι όμως, ο Ευκλείδης προτίμησε να σταθεί απέναντι, όχι απέναντι στους αντιπάλους της Αριστεράς, αλλά απέναντι στον άνθρωπο που του έδωσε το πεδίο να υπάρξει πολιτικά.
Από την άλλη, ο Τσίπρας –ήρεμος, χωρίς αντεγκλήσεις, χωρίς απαντήσεις στα υπόγεια καρφιά– ακολουθεί τη δική του διαδρομή. Μιλάει για ανασύνθεση της Αριστεράς, για την ανάγκη να ξαναβρεί το κόμμα επαφή με την κοινωνία, για μια νέα πολιτική αφήγηση που θα υπερβεί τη μιζέρια της εσωστρέφειας. Κάθε του κίνηση, κάθε του λέξη, μαρτυρά έναν άνθρωπο που δεν προσπαθεί να ξαναγίνει πρωθυπουργός· προσπαθεί να ξαναδώσει νόημα σε μια παράταξη που διαλύθηκε ανάμεσα σε ματαιώσεις και προσωπικές φιλοδοξίες.
Απέναντί του, ο Τσακαλώτος, πλέον στέλεχος της «Νέας Αριστεράς», επιμένει να βλέπει στον Τσίπρα μια μορφή «πατερναλισμού». «Η αδιαμεσολάβητη σχέση που θέλει ο Τσίπρας με τον κόσμο δεν παραπέμπει στην Αριστερά», είπε πρόσφατα από τη Λάρισα. Όμως τι είναι τελικά η Αριστερά, αν όχι η άμεση σχέση με τον κόσμο; Ποιος αποφασίζει ποια μορφή πολιτικής επικοινωνίας είναι «ορθή» και ποια «αιρετική»; Μήπως η ακαμψία του Ευκλείδη δεν είναι παρά η αμηχανία ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να συνυπάρξει με το λαϊκό ένστικτο, που επιμένει να βλέπει την πολιτική σαν διάγραμμα ισολογισμού και όχι σαν κοινωνική πράξη;
Η ειρωνεία είναι πως οι δυο τους, κάποτε, ήταν το πιο συνεκτικό δίδυμο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Ο Τσίπρας έδινε τον τόνο, ο Τσακαλώτος έβαζε την υπογραφή. Ήταν η εποχή της διαπραγμάτευσης με τους θεσμούς, της πίεσης, της αγωνίας για τη χώρα. Κι όμως, σήμερα ο πρώην υπουργός μιλά σαν να ήταν απλός θεατής, σαν να μην πέρασε ποτέ από εκείνη τη φουρτουνιασμένη αίθουσα του Eurogroup, όπου υπερασπιζόταν τις ίδιες πολιτικές που τώρα αποκηρύσσει.
Αλλά ο χρόνος, όπως πάντα, έχει τους δικούς του κανόνες. Ο Τσίπρας φαίνεται να επιστρέφει –όχι ως μεσσίας, αλλά ως ανάγκη. Μέσα στη σιωπή μιας Αριστεράς που διασπάται, εκείνος φέρνει ξανά το ερώτημα που κανείς άλλος δεν τολμά: ποιος μπορεί να ξαναδώσει στην κοινωνία την πίστη ότι η πολιτική μπορεί να αλλάξει τη ζωή; Δεν είναι τυχαίο πως, ακόμη και σήμερα, οι ψηφοφόροι της Αριστεράς αναζητούν το βλέμμα του, περιμένουν τη φωνή του. Γιατί, σε αντίθεση με πολλούς άλλους, ο Τσίπρας έζησε τη διακυβέρνηση, πλήρωσε το τίμημα, και συνεχίζει να πιστεύει στην προοπτική της προοδευτικής παράταξης.
Η στάση του Τσακαλώτου μοιάζει περισσότερο με σκιά παρά με αντιπολίτευση. Μια σκιά που μεγαλώνει όσο φωτίζεται ξανά η μορφή του Τσίπρα. Και όσο εκείνος μιλάει για ενότητα, ο Ευκλείδης επιμένει να μετρά αποστάσεις, να θέτει θεωρητικά όρια, να ανακυκλώνει τη ρητορική της «συλλογικότητας» χωρίς συλλογικό όραμα.
Ο Τσίπρας δεν είναι άγιος ούτε αλάνθαστος. Αλλά έχει εκείνο το σπάνιο πολιτικό ένστικτο που διακρίνει τον ηγέτη από τον διαχειριστή. Είδε τον κίνδυνο της παραίτησης, της διάλυσης, και αποφάσισε να σταθεί πάλι μπροστά. Και αυτό, από μόνο του, είναι πολιτική πράξη.
Η ιστορία θα θυμάται πως ο Ευκλείδης διάλεξε να μείνει στο περιθώριο των δηλώσεων, ενώ ο Αλέξης επέλεξε να επιστρέψει στο κέντρο της μάχης. Ο ένας μιλά για το παρελθόν· ο άλλος ξαναγράφει το μέλλον. Και κάπως έτσι, μέσα από τις αντιθέσεις τους, καθρεφτίζεται η ίδια η κρίση της Αριστεράς: ανάμεσα στη θεωρία και τη δράση, στο καθήκον και στη φιλοδοξία, στη σιωπή και στη φωνή.
Γιατί, τελικά, η πολιτική δεν είναι αριθμοί· είναι πρόσωπα, ευθύνη και πίστη. Και ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει το μοναδικό πρόσωπο που μπορεί να τα συνδυάσει όλα αυτά, με το φως –και το βάρος– της Ιστορίας να τον ακολουθεί.

0 Σχόλια