Δεκατρία χρόνια πέρασαν. Ήταν Χριστούγεννα του 2012 όταν, με μια υπογραφή, κόπηκαν κατακτήσεις δεκαετιών: το Δώρο Χριστουγέννων, το Δώρο Πάσχα, το Επίδομα Αδείας. Δεν ήταν κάποιο ατύχημα της Ιστορίας, ούτε μια ανώνυμη απόφαση «των αγορών». Ήταν πολιτική πράξη. Και είχε όνομα.
Το όνομα του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης ήταν Κυριάκος Μητσοτάκης.
Κι όμως, δεκατρία χρόνια μετά, κανείς σχεδόν δεν ρωτά. Κανένα πάνελ, καμία «σκληρή» συνέντευξη, κανένας επιτακτικός δημοσιογράφος δεν ζητά εξηγήσεις για το τι αφανίστηκε τότε από τον πυρήνα του κοινωνικού κράτους. Λες και η Ελλάδα ιδρύθηκε το 2015. Λες και πριν δεν υπήρχε ιστορία, πολιτικές ευθύνες, υπογραφές με ημερομηνία και ονοματεπώνυμο.
Αντίθετα, από το 2015 και μετά, η δημόσια συζήτηση έχει αποκτήσει εμμονικά έναν και μόνο πρωταγωνιστή: τον Αλέξη Τσίπρα. Για εκείνον υπάρχουν ερωτήσεις. Πολλές. Άπειρες. Επαναλαμβανόμενες. Με ύφος κατηγορητηρίου. Για το μνημόνιο, για την «κωλοτούμπα», για τα capital controls, για το δημοψήφισμα, για τη Μακεδονία. Για όλα. Ξανά και ξανά. Σαν να οφείλει ισόβια απολογία.
Και όμως, υπάρχει μια κραυγαλέα αντίφαση: αν ο Μητσοτάκης ερωτηθεί –στην απίθανη περίπτωση που ερωτηθεί– γιατί το 2012 πετσόκοψε θεμελιώδεις κοινωνικές κατακτήσεις, η απάντηση είναι προδιαγεγραμμένη. «Υπήρχαν ειδικές συνθήκες». Μνημόνιο. Κρίση. Αναγκαστικές αποφάσεις. Και το μιντιακό σύστημα θα νεύσει καταφατικά. Θα το δεχθεί. Θα το καταπιεί αμάσητο.
Όταν όμως ο Αλέξης Τσίπρας μιλά για ειδικές συνθήκες; Όταν εξηγεί ότι παρέλαβε μια χώρα χρεοκοπημένη από άλλους; Όταν μιλά για μνημόνια που υπέγραψαν προηγούμενες κυβερνήσεις; Εκεί, οι ίδιες λέξεις θεωρούνται ασυγχώρητες. Εκεί, δεν υπάρχει «πλαίσιο», δεν υπάρχει συγκυρία, δεν υπάρχει ιστορική πίεση. Υπάρχει μόνο ενοχή.
Ο Τσίπρας έχει απαντήσει. Έχει μιλήσει. Έχει δεχθεί κριτική. Έχει αναλύσει. Έχει καταγράψει δημόσια τα πεπραγμένα του, ακόμα και αυτοκριτικά, στο βιβλίο του ''Ιθάκη''. Έχει εξηγήσει τις αποφάσεις του, τα όρια, τις πιέσεις, τα διλήμματα. Κι όμως, για το κατεστημένο, δεν φτάνει ποτέ.
Αντιθέτως, για τον Μητσοτάκη, το 2012 είναι μια «νεκρή ζώνη» μνήμης. Ένα πολιτικό κενό. Κανείς δεν του ζητά να εξηγήσει γιατί έκοψε τον 13ο και τον 14ο μισθό. Κανείς δεν τον ρωτά πώς αντιλαμβάνεται σήμερα εκείνες τις αποφάσεις. Κανείς δεν τον πιέζει να πει αν θα τις επανέφερε ποτέ ή αν τις θεωρεί «αναγκαία τομή».
Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος: δεν πρόκειται για σύγκριση προσώπων, αλλά για σύγκριση μέτρων και ευθυνών. Γιατί αν αποδεχόμαστε ότι «υπήρχαν ειδικές συνθήκες» το 2012, τότε δεν μπορεί να αρνούμαστε την ίδια ιστορική πραγματικότητα το 2015. Αν συγχωρούμε εκείνον που έκοψε κοινωνικά δικαιώματα εν μέσω κρίσης, δεν μπορούμε να σταυρώνουμε εκείνον που διαχειρίστηκε τα συντρίμμια.
Η επιλεκτική μνήμη δεν είναι αθώα. Είναι πολιτικό εργαλείο. Και εξυπηρετεί έναν σκοπό: να εμφανίζεται το παλιό σύστημα εξουσίας ως «φυσικός διαχειριστής» της χώρας, χωρίς παρελθόν, χωρίς ευθύνες, χωρίς λογαριασμό. Να ξεχάσουμε ποιοι χρεοκόπησαν τη χώρα το 2008. Να ξεχάσουμε ποιοι εφάρμοσαν τις πιο σκληρές περικοπές. Να ξεχάσουμε ποιοι υπέγραψαν.
Γιατί μόνο έτσι μπορούν οι ίδιοι μηχανισμοί που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία να την οδηγήσουν ξανά – ίσως το 2026, με το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης – χωρίς κοινωνική αντίσταση, χωρίς μνήμη, χωρίς ερωτήσεις.
Η Ιστορία, όμως, δεν ξεκινά το 2015. Και δεν διαγράφεται με σιωπή. Οι υπογραφές μένουν. Και κάποια στιγμή, πρέπει να επιστρέφουν.

0 Σχόλια