Τα Χριστούγεννα του 2018 δεν ήταν απλώς άλλη μία γιορτινή περίοδος. Για εκατομμύρια πολίτες αποτέλεσαν ένα σημείο καμπής, μια σπάνια στιγμή όπου η πολιτική παρενέβη άμεσα στη σκληρή καθημερινότητα και άφησε χειροπιαστό αποτύπωμα. Η τότε κυβέρνηση, έχοντας μόλις οδηγήσει τη χώρα εκτός μνημονίων, προχώρησε σε δύο κινήσεις με ισχυρό κοινωνικό και πολιτικό φορτίο: την αποκατάσταση του κατώτατου μισθού και τη χορήγηση της λεγόμενης 13ης σύνταξης.
Τον Φεβρουάριο του 2019, λίγους μήνες μετά τα Χριστούγεννα, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 11%, ενώ καταργήθηκε και ο υποκατώτατος για τους νέους εργαζόμενους. Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν μία δεκαετία λιτότητας, η εργασία έπαψε να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως κόστος προς συμπίεση και επανήλθε στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής. Παράλληλα, η 13η σύνταξη —έστω και σε κλιμακωμένη μορφή— έδωσε πραγματική ανάσα σε εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους που είχαν δει τα εισοδήματά τους να συρρικνώνονται δραματικά τα προηγούμενα χρόνια.
Δεν επρόκειτο απλώς για προεκλογικές παροχές, όπως επιχείρησαν τότε να τις παρουσιάσουν οι πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης. Ήταν η πρώτη φορά μετά το 2010 που η κοινωνική πλειοψηφία ένιωθε ότι κάτι επιστρέφεται. Ότι οι θυσίες της περιόδου των μνημονίων, έστω και καθυστερημένα, αποκτούσαν κάποιο νόημα. Το κλίμα εκείνων των Χριστουγέννων ήταν διαφορετικό: όχι πανηγυρικό, αλλά λιγότερο ασφυκτικό. Λιγότερο φοβικό.
Οι μικρές επιχειρήσεις είδαν την κατανάλωση να κινείται ανοδικά, τα νοικοκυριά μπόρεσαν να καλύψουν βασικές ανάγκες με λιγότερο άγχος και οι συνταξιούχοι ένιωσαν —ίσως για πρώτη φορά μετά από χρόνια— ότι το κράτος θυμήθηκε την ύπαρξή τους. Η πολιτική, έστω και μέσα σε στενά δημοσιονομικά όρια, έδειχνε να λειτουργεί ως εργαλείο κοινωνικής ισορροπίας και όχι ως μηχανισμός διαρκούς πίεσης.
Σήμερα, επτά χρόνια μετά, η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται ξανά υπό έντονη οικονομική πίεση, όχι λόγω μνημονίων, αλλά εξαιτίας μιας παρατεταμένης ακρίβειας που διαβρώνει το εισόδημα σε όλα τα επίπεδα. Τρόφιμα, ενέργεια, ενοίκια και βασικές υπηρεσίες έχουν εκτοξευθεί, με τους μισθούς να αδυνατούν να ακολουθήσουν. Ακόμη και οι αυξήσεις που ανακοινώνονται, εξανεμίζονται σχεδόν ακαριαία από τον πληθωρισμό.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων ετών καταγράφουν ένα εύρημα που προκαλεί αμηχανία στο πολιτικό σύστημα: ένα σημαντικό ποσοστό πολιτών δηλώνει πως το 2018–2019 περνούσε καλύτερα από ό,τι σήμερα. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι εκείνη την περίοδο η χώρα μόλις έβγαινε από τη βαθύτερη οικονομική κρίση της μεταπολίτευσης. Η σύγκριση δεν γίνεται με όρους επενδυτικών βαθμίδων ή μακροοικονομικών δεικτών, αλλά με βάση το ψυγείο, τον λογαριασμό του ρεύματος και το αν «βγαίνει» ο μήνας.
Αυτή ακριβώς είναι και η πολιτική παρακαταθήκη της διακυβέρνησης Τσίπρα: ότι επιχείρησε, με όλους τους περιορισμούς και τις αντιφάσεις της, να επαναφέρει την κοινωνία στο επίκεντρο. Όχι ως επικοινωνιακό σύνθημα, αλλά ως ουσιαστική πολιτική επιλογή. Η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν παρουσιάστηκε ως χάρη, αλλά ως διόρθωση μιας βαθιάς κοινωνικής αδικίας. Η 13η σύνταξη δεν βαφτίστηκε «δώρο», αλλά ως μια στοιχειώδης αποκατάσταση αξιοπρέπειας.
Αντίθετα, το σήμερα χαρακτηρίζεται από μια μόνιμη μετακύλιση ευθυνών. Η ακρίβεια παρουσιάζεται ως εξωτερικό φαινόμενο, οι κοινωνικές ανισότητες ως αναπόφευκτες και η λαϊκή δυσαρέσκεια ως πρόβλημα επικοινωνίας. Το κράτος εμφανίζεται συχνά περισσότερο ως παρατηρητής της αγοράς και λιγότερο ως ενεργός ρυθμιστής υπέρ των πολλών.
Η νοσταλγία για το 2018–2019 δεν είναι ιδεολογική. Είναι βιωματική. Είναι η μνήμη μιας περιόδου όπου, έστω και προσωρινά, οι πολιτικές αποφάσεις είχαν πρόσημο κοινωνικής ανακούφισης. Όπου η πολιτική δεν περιοριζόταν στη διαχείριση αριθμών, αλλά προσπαθούσε να ξαναχτίσει τον δεσμό εμπιστοσύνης με την κοινωνία.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για εκείνα τα Χριστούγεννα παραμένει επίκαιρη. Θέτει το κρίσιμο ερώτημα αν η πολιτική μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως ασπίδα για την κοινωνική πλειοψηφία ή αν έχει παραιτηθεί οριστικά από αυτόν τον ρόλο. Και σε αυτό το ερώτημα, η περίοδος της διακυβέρνησης Τσίπρα δίνει μια απάντηση που, σήμερα, μοιάζει πιο αναγκαία από ποτέ.

0 Σχόλια