Αν υπάρχει κάτι που αποκαλύπτει με τον πιο ωμό τρόπο τη στρέβλωση του δημόσιου λόγου στη χώρα, αυτό είναι η επιλεκτική στοχοποίηση. Όχι η κριτική –η κριτική είναι αναγκαία στη δημοκρατία– αλλά η κατασκευή ενοχής εκεί όπου δεν υπάρχει ούτε πράξη, ούτε δήλωση, ούτε πολιτική μετατόπιση. Η πρόσφατη επίθεση που δέχτηκε ο Αλέξης Τσίπρας για την παρουσία του στην επετειακή εκδήλωση της Εφημερίδα των Συντακτών είναι ακριβώς αυτό: ένα κατασκευασμένο αφήγημα, βασισμένο όχι σε γεγονότα αλλά σε σκοπιμότητες.
Η εκδήλωση για τα 13 χρόνια κυκλοφορίας της εφημερίδας και την ένταξή της στον όμιλο μέσων της οικογένειας Δημήτρης Μελισσανίδης και Γιώργος Μελισσανίδης πραγματοποιήθηκε στην Αίγλη Ζαππείου με τη συμμετοχή πλήθους πολιτικών, θεσμικών και δημοσιογραφικών προσώπων. Ένα ανοιχτό κοινωνικό γεγονός, με θεσμική κανονικότητα και πολυσυλλεκτικό χαρακτήρα. Όχι μυστικές συμφωνίες, όχι παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις, όχι «συναλλαγές» πίσω από κλειστές πόρτες.
Κι όμως, από όλους όσοι έδωσαν το «παρών», μόνο ένας βρέθηκε στο στόχαστρο. Όχι επειδή είπε κάτι διαφορετικό. Όχι επειδή άλλαξε πολιτική γραμμή. Αλλά επειδή το όνομά του εξακολουθεί να λειτουργεί ως κόκκινο πανί για συγκεκριμένους μιντιακούς και πολιτικούς κύκλους.
Στην ίδια εκδήλωση παρευρέθηκαν ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπιος Παυλόπουλος, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Σωκράτης Φάμελλος, ο πρόεδρος της Νέας Αριστεράς Αλέξης Χαρίτσης, ο περιφερειάρχης Αττικής Νίκος Χαρδαλιάς, ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας, ο πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ Κώστας Λαλιώτης, καθώς και ο πρώην πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης.
Παρόντες επίσης ήταν ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Παύλος Χρηστίδης, η βουλευτής Νάντια Γιαννακοπούλου, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Παππάς, η πρώην υπουργός Όλγα Γεροβασίλη, ο βουλευτής Παύλος Πολάκης, καθώς και ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Κώστας Ζαχαριάδης.
Στον ίδιο χώρο βρέθηκαν ακόμη η πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ Μαρία Αντωνιάδου, η δημοτική σύμβουλος Κατερίνα Γκαγκάκη, ο παρουσιαστής Γρηγόρης Αρναούτογλου, ο δημοσιογράφος Δήμος Βερύκιος, καθώς και πρόσωπα από τον επιχειρηματικό, ναυτιλιακό και δημοσιογραφικό κόσμο.
Για κανέναν από όλους αυτούς δεν γράφτηκε λέξη περί «υποχωρητικότητας». Για κανέναν δεν στήθηκαν σενάρια περί «συναλλαγής». Για κανέναν δεν εφευρέθηκαν «κωλοτούμπες» απέναντι στην οικονομική ή μιντιακή ολιγαρχία. Εκεί, η παρουσία θεωρήθηκε αυτονόητη. Θεσμικά αποδεκτή. Σχεδόν αόρατη.
Μόνο για τον Αλέξη Τσίπρα, η ίδια ακριβώς παρουσία βαφτίστηκε πρόβλημα. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Διότι η πολιτική του διαδρομή δεν είναι ουδέτερη. Είναι μια διαδρομή σύγκρουσης με ισχυρά συμφέροντα, μια πορεία που σημάδεψε το πολιτικό σύστημα και προκάλεσε πραγματικές αναταράξεις. Είναι ο πολιτικός που στοχοποιήθηκε όσο λίγοι, που δαιμονοποιήθηκε συστηματικά και που συνεχίζει να προκαλεί νευρικότητα ακόμη και ως απλή παρουσία.
Η ειρωνεία είναι προφανής: πρόσωπα που κυριολεκτικά τρέχουν από δεξίωση σε δεξίωση για μια χειραψία με κάθε μεγαλόσχημονα, που επενδύουν πολιτικά στην εγγύτητα με την ισχύ και τη θεωρούν διαβατήριο πολιτικής επιβίωσης, εμφανίζονται σήμερα ως αυστηροί κριτές «ηθικής καθαρότητας». Και την ίδια στιγμή, μια απλή κοινωνική παρουσία βαφτίζεται παράδοση άνευ όρων.
Δεν πρόκειται για ανάλυση. Πρόκειται για φόβο. Φόβο απέναντι στο ενδεχόμενο μιας πολιτικής επιστροφής που δεν ελέγχεται, δεν χειραγωγείται και δεν εξουδετερώνεται εύκολα. Γι’ αυτό και η στοχοποίηση γίνεται πιο επιθετική όσο γίνεται πιο αγχώδης.
Και τελικά, αυτό που μένει δεν είναι κάποια δήθεν «κωλοτούμπα», ούτε μια ανύπαρκτη πολιτική υποχώρηση. Είναι η γύμνια ενός μιντιακού λόγου που μετρά την πολιτική όχι με πράξεις και διαδρομές, αλλά με το ποιος τις κάνει. Η επιλεκτική οργή, η στοχευμένη καχυποψία και η εσκεμμένη σιωπή για όλους τους υπόλοιπους παρόντες της ίδιας εκδήλωσης δεν συνιστούν δημοσιογραφία· συνιστούν φόβο μεταμφιεσμένο σε ηθική ανησυχία.
Γιατί, τελικά, αυτό που αποκαλύπτεται δεν είναι κάποια «κωλοτούμπα», αλλά η γύμνια ενός μιντιακού λόγου που μετρά την πολιτική όχι με πράξεις, αλλά με το ποιος τις κάνει. Κι όπως έλεγε ο Λα Ροσφουκώ, «η υποκρισία είναι ο φόρος που πληρώνει η κακία στην αρετή». Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, ο φόρος αυτός είναι βαρύς, επαναλαμβανόμενος και επιδεικτικός — όχι γιατί άλλαξε ο ίδιος, αλλά γιατί δεν άλλαξαν ποτέ εκείνοι που τον πολεμούν. Και όσο επιμένουν, τόσο αποδεικνύουν ότι αυτό που τους ενοχλεί δεν είναι μια παρουσία σε μια εκδήλωση, αλλά η ίδια η ύπαρξή του στον πολιτικό χάρτη.

0 Σχόλια