Η ανακοίνωση της πρεμιέρας της νέας ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή με τίτλο ''Καποδίστριας'', που προγραμματίζεται για τις 25 Δεκεμβρίου, συνοδεύεται ήδη από ένα πανηγυρικό κλίμα σχεδόν εθνικής κατάνυξης. Από τις πρώτες επιλεγμένες προβολές μέχρι τον δημόσιο λόγο που τη συνοδεύει, επαναλαμβάνεται με εμμονή ένα γνώριμο μοτίβο: ο Ιωάννης Καποδίστριας ως «παρεξηγημένος πατέρας του ελληνικού κράτους», ως φωτισμένος ηγέτης που δολοφονήθηκε επειδή «δεν άντεξε η Ελλάδα το μεγαλείο του». Πρόκειται για μια αφήγηση που δεν είναι απλώς ιστορικά επιλεκτική, αλλά βαθιά πολιτική. Και ακριβώς γι’ αυτό αξίζει να αντιπαρατεθεί όχι με συνθήματα, αλλά με ιστορική τεκμηρίωση.
Ο ιστορικός και μαρξιστής διανοούμενος Γιάνης Κορδάτος, στο μνημειώδες έργο του Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας για τον χαρακτήρα και τη διακυβέρνηση του Καποδίστρια. Οι κρίσεις του είναι σκληρές, αιχμηρές, συχνά αμείλικτες – και ακριβώς γι’ αυτό πολύτιμες σε μια εποχή όπου η ιστορία μετατρέπεται σε πολιτικό φυλαχτό.
«Σχετικά με την κυβερνητική δράση του Καποδίστρια…η άγνοια και η αμάθειά του στα οικονομικοκοινωνικά ζητήματα ήτανε κλασσική. Όλα τα εξαρτούσε από τη βία και πίστευε πως εφαρμόζοντας το ρώσικο απολυταρχικό σύστημα θα έφερνε τον παράδεισο…». Δεν πρόκειται για μια επιμέρους διαφωνία πολιτικής. Πρόκειται για συνολική αποδόμηση ενός μοντέλου εξουσίας που αντιλαμβανόταν το κράτος όχι ως συλλογικό δημοκρατικό εγχείρημα, αλλά ως αυταρχικό μηχανισμό πειθάρχησης.
Ο Κορδάτος επιμένει ιδιαίτερα στο αγροτικό ζήτημα και στο κρίσιμο θέμα της διανομής των εθνικών γαιών – ένα από τα πιο καυτά κοινωνικοοικονομικά ζητήματα της εποχής. «Όλα του τα μέτρα της αγροτικής πολιτικής αποβλέπανε στο να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα των πλουσιοχωρικών… Στο ζήτημα αυτό κράτησε καθαρά κομματική στάση». Ενώ δημόσια υπόσχεται γη στους φτωχοαγρότες για να τους αποσπάσει από τους συνταγματικούς, «στα κρυφά όμως ήρθε σε επαφή με παραλήδες Ελληνο-Ρώσους για την αγορά των εθνικών γαιών και τη δημιουργία ισχυρού φεουδαρχισμού». Η εικόνα του «λαϊκού κυβερνήτη» καταρρέει μπροστά σε αυτή την περιγραφή κοινωνικής μηχανικής και ταξικής επιλογής.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η κριτική στο διοικητικό και δικαστικό σύστημα που οικοδόμησε. «Οι απολυταρχικές όμως αρχές του Καποδίστρια εκδηλωθήκανε σε όλο του το διοικητικό σύστημα… τη δικαστική εξουσία την ήθελε όχι ανεξάρτητη, αλλά όργανό του». Ο νέος δικαστικός κώδικας, σύμφωνα με τον Κορδάτο, δεν εμπνέεται από τη Γαλλική Επανάσταση αλλά «ήτανε αντικαθρέφτισμα των φεουδαρχικών και θεοκρατικών αντιλήψεων του Μεσαίωνα», φτάνοντας στο σημείο να αναγνωρίζει τον αφορισμό ως ποινή.
Στην εκπαίδευση, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σκοτεινή. Απαγόρευση της διδασκαλίας του «Γοργία» του Πλάτωνα, χαφιεδισμός στα σχολεία, έλεγχος φρονημάτων, φίμωση κάθε νέας ιδέας. «Με τα ‘εκπαιδευτικά του’ θέλησε να πνίξει κάθε νέα ιδέα και να διδάξει τις φεουδαρχομοναρχικές ιδέες». Ένα κράτος φόβου, όπως το συνοψίζει ο Κορδάτος, όπου η ελευθεροτυπία απαγορεύεται και ο χαφιεδισμός μεσουρανεί.
Η πολιτική σύγκρουση που ακολούθησε δεν ήταν τυχαία. Η χώρα «χωρίστηκε φανερά σε δύο κόμματα, σε καποδιστριακούς και συνταγματικούς». Η Ύδρα, η Σύρα, η Μάνη, η Αταλάντη, η Θήβα εξεγείρονται. Ο Μιαούλης καίει τη φρεγάτα «Ελλάς» για να μην την παραδώσει. Ο Καποδίστριας ζητά τη βοήθεια των ξένων στόλων και βρίσκει στήριξη μόνο από τη Ρωσία. «Ο Καποδίστριας τίποτα δεν έκανε αν δε ζητούσε τη συμβουλή των Ρώσων πραχτόρων».
Η κατάληξη είναι γνωστή και, κατά τον Κορδάτο, πολιτικά αναπόφευκτη. «Με δυο λέξεις ο Καποδίστριας δημιούργησε κράτος φόβου… Γι’ αυτό ο Κοραής από το Παρίσι… συνιστούσε έμμεσα στους ελεύθερους Έλληνες να επαναστατήσουν και να βγάλουν από τη μέση τον τύραννο». Η δολοφονία του, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, παρουσιάζεται όχι ως τραγωδία ενός έθνους που έχασε τον σωτήρα του, αλλά ως έκρηξη συσσωρευμένης κοινωνικής και πολιτικής αγανάκτησης. «Έτσι η Ελλάδα ελευθερώθηκε από έναν τύραννο».
Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν αφορά μόνο τον 19ο αιώνα. Αφορά το σήμερα. Από τη Μεταπολίτευση και μετά, και ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, οικοδομείται συστηματικά μια εθνική αγιογραφία γύρω από τον Καποδίστρια. Αγιογραφία που εξυπηρετεί συγκεκριμένες ιδεολογικές ανάγκες: την απονομιμοποίηση της δημοκρατικής παράδοσης, τη δικαίωση του «ισχυρού ηγέτη», τη νοσταλγία της αυταρχικής τάξης ως δήθεν λύσης στο χάος.
Το δίλημμα για τους προοδευτικούς πολίτες, τότε και τώρα, είναι σαφές. Θα αποδεχθούν την «εικονική πολιτική» της εξιδανίκευσης ή θα τολμήσουν να αντικρίσουν την ιστορία χωρίς λιβάνια; Θα συνεχίσουν να χειροκροτούν κινηματογραφικά πορτρέτα εξουσίας ή θα αναζητήσουν τις κοινωνικές συγκρούσεις που αυτά σκόπιμα αποσιωπούν;
Όσοι πραγματικά θέλουν να κατανοήσουν τη σύγκρουση ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την εξουσία, ανάμεσα στον νόμο και τον αυταρχισμό, ίσως βρουν περισσότερη ιστορική αλήθεια όχι στις αγιογραφίες, αλλά σε έργα όπως η ταινία ''Η Δίκη των Δικαστών'' του 1974, με τον Νίκο Κούρκουλο. Εκεί όπου η Δικαιοσύνη δεν παρουσιάζεται ως διακοσμητικό στοιχείο της εξουσίας, αλλά ως πεδίο σύγκρουσης, ρήξης και ηθικού ρίσκου.
Η Ιστορία δεν έχει ανάγκη από αγίους. Έχει ανάγκη από αλήθεια. Και η αλήθεια, όσο ενοχλητική κι αν είναι, παραμένει το πιο ριζοσπαστικό πολιτικό εργαλείο.
Με πληροφορίες από: Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, Εκδόσεις «20ός Αιώνας», Τόμος Χ. (Γιάνης Κορδάτος)

0 Σχόλια