Σε μια πολιτική συγκυρία όπου η δημόσια συζήτηση μοιάζει όλο και περισσότερο με θόρυβο χωρίς ουσία, οι παρεμβάσεις του Αλέξη Τσίπρα –είτε μέσα από τις πρόσφατες ομιλίες του, είτε μέσω του Ινστιτούτου που φέρει το όνομά του, είτε μέσα από το βιβλίο του «Ιθάκη»– επαναφέρουν στο προσκήνιο μια έννοια που το ελληνικό πολιτικό και μιντιακό σύστημα αποφεύγει συστηματικά: την κλεπτοκρατία ως δομικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης εξουσίας και τη διαρκή λεηλασία του δημόσιου πλούτου από ένα καθεστώς μεγάλων οικονομικών συμφερόντων.
Ο Τσίπρας δεν μιλά αφηρημένα. Δεν περιορίζεται σε γενικόλογες καταγγελίες ούτε σε εύκολα συνθήματα. Στις παρεμβάσεις του επιχειρεί να περιγράψει ένα σύστημα, ένα πλέγμα σχέσεων ανάμεσα σε οικονομική ελίτ, πολιτική εξουσία και μιντιακό σύμπλεγμα, που λειτουργεί παρασιτικά εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Ένα σύστημα που ιδιωτικοποιεί τα κέρδη, κοινωνικοποιεί τις ζημιές και μετατρέπει το κράτος σε εργαλείο εξυπηρέτησης λίγων και ισχυρών. Αυτή είναι η ουσία της κλεπτοκρατίας: όχι απλώς η διαφθορά προσώπων, αλλά η κανονικοποίηση της λεηλασίας.
Κι όμως, απέναντι σε αυτή τη συζήτηση, το μιντιακό σύστημα δείχνει σχεδόν ενοχλημένο. Αντί να σταθεί στο περιεχόμενο των παρεμβάσεων, επιλέγει συνειδητά να ανακυκλώνει τα ίδια και τα ίδια: τα αγγλικά του Τσίπρα, το 2015, τα capital controls, την «ανικανότητα», το «λάθος δημοψήφισμα». Σαν να έχει παγώσει ο χρόνος. Σαν να μην έχουν μεσολαβήσει οκτώ χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, σκάνδαλα παρακολουθήσεων, απευθείας αναθέσεις, εκτίναξη ανισοτήτων και συστηματική απαξίωση του δημόσιου χώρου.
Η εμμονή αυτή δεν είναι τυχαία. Είναι πολιτική επιλογή. Διότι η συζήτηση για την κλεπτοκρατία και το καθεστώς των μεγάλων συμφερόντων δεν βολεύει. Δεν βολεύει όσους λιμνάζουν γύρω από το κράτος, όσους νέμονται δημόσιους πόρους, όσους έχουν μάθει να λειτουργούν χωρίς λογοδοσία. Και κυρίως, δεν βολεύει ένα μιντιακό σύστημα που αποτελεί οργανικό τμήμα αυτού του καθεστώτος.
Ιδιαίτερη ενόχληση προκαλεί και το γεγονός ότι στο βιβλίο «Ιθάκη» ο Αλέξης Τσίπρας δεν αποφεύγει την αυτοκριτική. Αντιθέτως, μιλά ανοιχτά για λάθη, για επιλογές που δεν δικαιώθηκαν, για πρόσωπα και συνεργάτες της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Κι όμως, ακόμη και αυτό παρουσιάζεται στρεβλά. Για χρόνια, οι ίδιοι κύκλοι απαιτούσαν επιτακτικά από τον Τσίπρα «να κάνει αυτοκριτική», λες και η μόνιμη πολιτική του τιμωρία έπρεπε να είναι η δημόσια μετάνοια. Όταν όμως αυτή η αυτοκριτική έρχεται, όχι ως επικοινωνιακό πυροτέχνημα αλλά ως πολιτικός στοχασμός, τότε αποσιωπάται ή εργαλειοποιείται.
Η απαίτηση για διαρκή αυτοκριτική από έναν πολιτικό, την ώρα που άλλοι δεν έχουν ζητήσει ποτέ συγγνώμη για τίποτα –ούτε για σκάνδαλα, ούτε για κοινωνικές καταστροφές– αποκαλύπτει μια βαθιά υποκρισία. Σαν να ζητείται από τον Τσίπρα όχι να μάθει από τα λάθη του, αλλά να εξαφανιστεί πολιτικά. Σαν να του επιφυλάσσεται ένας ρόλος μόνιμου αποδιοπομπαίου τράγου, ώστε να μένει στο απυρόβλητο το ίδιο το σύστημα.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα: τι είδους ηγέτες έχει ανάγκη σήμερα η χώρα; Ανθρώπους με «άψογα βιογραφικά», αποστειρωμένους από κοινωνικές συγκρούσεις, που δεν έχουν ακουμπήσει ποτέ την εξουσία γιατί ανήκαν πάντα σε αυτήν; Ή πολιτικούς που, με όλα τους τα λάθη, συγκρούστηκαν με πραγματικά συμφέροντα και δεν έβαλαν το χέρι στο μέλι;
Ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να κριθεί –και πρέπει να κριθεί– πολιτικά. Όχι όμως με όρους μιντιακής γελοιοποίησης ή ιστορικής στασιμότητας. Η επιμονή του να μιλά για κλεπτοκρατία, για δημόσιο πλούτο, για κοινωνική δικαιοσύνη, αποτελεί σήμερα μια από τις ελάχιστες σοβαρές προσπάθειες να ανοίξει ξανά μια συζήτηση ουσίας. Μια συζήτηση που το κατεστημένο φοβάται.
Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που, παρά την προσπάθεια απαξίωσης, ο λόγος του εξακολουθεί να ενοχλεί. Διότι σε μια χώρα που έμαθε να συγχωρεί τους ισχυρούς και να τιμωρεί όσους τους αμφισβήτησαν, η μεγαλύτερη «ενοχή» δεν είναι τα λάθη. Είναι η σύγκρουση. Και αυτή, ο Αλέξης Τσίπρας, την επέλεξε.

0 Σχόλια