Δεν είναι η πρώτη φορά που στο Faros-24.gr καταγράφουμε, αναλύουμε και επαναφέρουμε το πολιτικό σενάριο μιας ενδεχόμενης συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ – Νέας Δημοκρατίας. Δεν το κάνουμε ούτε από εμμονή ούτε από φαντασιοπληξία. Το κάνουμε γιατί το σενάριο αυτό, όσο κι αν επισήμως διαψεύδεται, έχει πραγματικό πολιτικό έδαφος. Και σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ, επιστρέφει με όρους πιεστικούς για τον Νίκο Ανδρουλάκη.
Το κρίσιμο όριο είναι γνωστό και επαναλαμβάνεται σε όλα τα παραπολιτικά πηγαδάκια: 25%. Αν η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, στις τουλάχιστον δύο απανωτές εθνικές κάλπες που διαφαίνονται στον ορίζοντα, δεν καταφέρει να πιάσει αυτό το ποσοστό – αν γράψει, για παράδειγμα, ένα «ταπεινωτικό» 24,9% – τότε το εσωκομματικό ρολόι στη ΝΔ χτυπάει δυνατά. Με κάτω από 25%, ο Μητσοτάκης, λένε όσοι γνωρίζουν, δεν μένει. Φεύγει ή ωθείται σε έξοδο.
Και κάπου εκεί, το σενάριο της συγκυβέρνησης γίνεται πιο «εύπεπτο» για το ΠΑΣΟΚ. Όχι γιατί εξαφανίζεται η ιδεολογική απόσταση, αλλά γιατί αλλάζει το πρόσωπο στην κορυφή. Άλλο να συγκατοικείς με έναν Μητσοτάκη που ηττάται πολιτικά, άλλο με έναν Μητσοτάκη που εμφανίζεται ακόμη κυρίαρχος. Το δεύτερο, μέχρι σήμερα, δεν αποκλείεται. Το πρώτο, όμως, φαίνεται να είναι εκείνο που διευκολύνει πολιτικά και ψυχολογικά τον Νίκο Ανδρουλάκη.
Μόνο που εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Γιατί το δίλημμα που του τίθεται –και θα του τεθεί ακόμη πιο ωμά– δεν προέρχεται μόνο από τη ΝΔ. Προέρχεται και από το ίδιο του το κόμμα. Ή, για να είμαστε ακριβείς, από εκείνη τη μάζα στελεχών που παραμένει στο ΠΑΣΟΚ, αλλά αισθάνεται ιδεολογικά, πολιτικά και προγραμματικά πιο κοντά στη «μεταρρυθμιστική» ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το δίλημμα, όπως μεταφέρεται παραπολιτικά, είναι αμείλικτο:
«Ή συγκυβερνάς ή φεύγεις».
Και μάλιστα όχι ως θεωρητική απειλή, αλλά ως εσωτερική πίεση που συναντά –παραδόξως– και νεοδημοκρατικές προσδοκίες. Σε αυτό το κλίμα, υπό τη σκιά μάλιστα της επίσημης επανεμφάνισης του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό σκηνικό, ο Νίκος Ανδρουλάκης φέρεται να επεξεργάζεται ένα ακραίο –αλλά όχι αδιανόητο– ενδεχόμενο: την παραίτηση και την έξοδο από την ηγεσία, αν το σενάριο της συγκυβέρνησης συνδυαστεί με την υποχρεωτική συγκατοίκηση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και μάλιστα με αντάλλαγμα μια αντιπροεδρία.
Γιατί εδώ δεν μιλάμε απλώς για συμμετοχή σε κυβέρνηση. Μιλάμε για πολιτική αυτοαναίρεση. Για έναν αρχηγό που εξελέγη με σύνθημα την «αυτόνομη πορεία» του ΠΑΣΟΚ και καλείται να τη διαγράψει μέσα σε μια νύχτα.
Βεβαίως, για μια μεγάλη μερίδα στελεχών, τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά. Θεωρούν ότι το ΠΑΣΟΚ πρέπει να «πάρει θέση», να συμμετάσχει στη διακυβέρνηση, να μην αφήσει τη ΝΔ μόνη της. Και σε αυτό το πλαίσιο, ήδη ακούγεται –όχι ψιθυριστά πια– το ερώτημα: ποιο πρόσωπο θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό και από τους σοσιαλδημοκράτες εκσυγχρονιστές και από τη ΝΔ;
Ποιος έχει το «μεταρρυθμιστικό» και συναινετικό προφίλ;
Ποιος μπορεί να συνυπάρξει με τον Κυριάκο Μητσοτάκη χωρίς να τον απειλεί πολιτικά;
Ποιος δεν προκαλεί αλλεργία ούτε στη Χαριλάου Τρικούπη ούτε στο Μαξίμου;
Και κάπου εκεί, σχεδόν μοιραία, επανέρχεται ένα όνομα. Ένα πρόσωπο που για μόλις 800 ψήφους δεν πέρασε στον δεύτερο γύρο των πρόσφατων εσωκομματικών εκλογών του ΠΑΣΟΚ. Τυχαίο; Ίσως. Ίσως και όχι. Η ιστορία άλλωστε αγαπά τις πολιτικές δεύτερες ευκαιρίες.
Όλα αυτά συζητιούνται, φυσικά, σε μια νέα συγκυρία: μετά την εκλογή Πιερρακάκη στο Eurogroup. Μια εξέλιξη που ενισχύει το σενάριο παραμονής του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ελλάδα, καθώς πλέον δεν υπάρχει στον ορατό ορίζοντα άλλο ευρωπαϊκό αξίωμα για Έλληνα πρωθυπουργό. Άρα, ο Μητσοτάκης μένει, σχεδιάζει, δεν αποσύρεται. Και αυτό αλλάζει ξανά τα δεδομένα.
Έτσι, το ερώτημα για τον Νίκο Ανδρουλάκη γίνεται πλέον κατηγορηματικό, σχεδόν υπαρξιακό:
Μένει και συγκυβερνά ή φεύγει για να μη συγκυβερνήσει με τον Μητσοτάκη;
Η απάντηση δεν έχει δοθεί ακόμη. Αλλά το παραπολιτικό ρολόι μετρά αντίστροφα. Και αυτή τη φορά, κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν το είδε να έρχεται.

0 Σχόλια