Recents in Beach

John Mavroudis: Ο Έλληνας … εξώφυλλο των Time και New Yorker

 Του Παύλου Ηλ.Αγιαννίδη *


Το πρωί πέρασε μπροστά από τα μάτια μου το νέο του (καταγγελτικό) σκίτσο για τη στυγερή δολοφονία της 37χρονης Ρενέ Νικόλ Γκουντ από πράκτορα του ICE. Το σκίτσο του, που κυριαρχεί σε τούτη την ανάρτηση – ιστορία.

Είχαμε μιλήσει στα χρόνια της πανδημίας για ένα εμβληματικό εξώφυλλό του στο Time και κρατήσαμε μια, εξ αποστάσεως επαφή, με τη χαρά εκείνης της κουβέντας. Δεν μπορώ να πω ότι δεν περίμενα και αυτή τη φορά τη, μαχητική, «λεζάντα» του Έλληνα των καταγγελτικών σκίτσων στο Time, το New Yorker, το Nation:

Σε ελεύθερη απόδοση: «Ένα έργο που μόλις ολοκλήρωσα. Ο ICE, που δεν είναι ευχαριστημένος με το ρατσισμό, το φασισμό, τις απαγωγές, τις βιαιοπραγίες και άλλες μαφιόζικες πρακτικές, προσθέτει τώρα και το φόνο στο βιογραφικό του. Αυτή η μασκοφόρα ομάδα τρομοκρατών, που δε δίνει λογαριασμό σε κανέναν, πρέπει να διαλυθεί» (Artwork I just finished. ICE, not content with racism, fascism, kidnapping, beatings, and other forms of thuggery, now adds murder to their resume. This masked, unaccountable band of terrorists needs to be disbanded).

Και θυμήθηκα την ιστορία του Τζον Μαυρουδής, όπως την είχαμε πλάσει μαζί στην κουβέντα μας. Μια ιστορία ενός περήφανου για την ελληνική καταγωγή του πολίτη του κόσμου και Αμερικανού σκιτσογράφου, που ξεκινά κάτω από τον «αλεξανδρινό, τον καθαρό τον ουρανό» – κατά Άρη Δαβαράκη και Ευανθία Ρεμπούτσικα, και καταλήγει στο Σαν Φραντσίσκο «του». Όπου, «αν πάτε, φροντίστε να φοράτε λουλούδια στα μαλλιά», όπως λέει το θρυλικό τραγούδι του Σκοτ ΜακΚένζι.

Ακτιβιστή καλλιτέχνη – illustrator, είναι ο όρος – που είχε κάνει ένα από τα πιο ηχηρά σχόλια για την εκατόμβη των νεκρών από κορονοϊό στις Ηνωμένες Πολιτείες, όταν πρωτομιλήσαμε. Με ένα εξώφυλλο, που τού ανέθεσε το Time και το… φραμάρισε (να άλλος ένας όρος) σε μαύρη κορνίζα και σε μαύρο φόντο. Για δεύτερη φορά στην ιστορία του, ύστερα από εξώφυλλο για την 11η Σεπτεμβρίου.

«200.000». Απλά. Για τους νεκρούς στις ΗΠΑ. Και πίσω όλες οι ημερομηνίες και τα θύματα στην πανδημία. Ως προμετωπίδα για ένα άρθρο υπό τον τίτλο «Μια αμερικανική αποτυχία» (An American failure).

«Μια αργή, σταθερή πορεία θανάτου. Ένα μακελειό», όπως σχολίαζε τότε με τη «λεζάντα» του, ο ίδιος, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Φυσικά και ήταν μέρος αυτής ο Ντόναλντ Τραμπ», μού έλεγε ο καλλιτέχνης που είχε προκαλέσει αίσθηση με ένα – ακόμη – έργο του, «πορτρέτο» του Ντόναλντ Τραμπ, «πλασμένο» από ατάκες του. Και κυρίως το «Δεν αναλαμβάνω καμία ευθύνη».

«Είναι εντυπωσιακό: Οι άνθρωποι δεν αντιδρούν το ίδιο, όπως στην εκατόμβη από μία και μόνον επίθεση – την 11η Σεπτεμβρίου. Και όμως, αν το σκεφτούμε, αυτός ο αριθμός απωλειών είναι σαν να εξαφανιζόταν, σε μια στιγμή, ολόκληρη πόλη από το χάρτη. Ας πούμε, το Άκρον του Οχάιο». Ή, το Κολοράντο Σπρινγκς και το Κάνσας Σίτι, όπου έζησε η δολοφονημένη Ρενέ Νικόλ Γκουντ. Ή, η Μινεάπολη, όπου βρήκε το τέλος με τρεις σφαίρες στο κεφάλι από μασκοφόρο πράκτορα του ICE / την Υπηρεσία Μετανάστευσης των ΗΠΑ.

Μού είχε μιλήσει, ο Τζον Μαυρουδής, από παλιά για το «μούδιασμα» της Αμερικής: «Ο τρόπος που χειριζόμαστε τη βία των όπλων, είναι ανάλογος με εκείνον που χειριστήκαμε την πανδημία. Αν δεν αφορά τον μικρόκοσμό μας, την πόλη μας, υπάρχει μια σχετική αδιαφορία».

Τι ήλπιζε με το εξώφυλλο για την πανδημία; «Να είναι ένα ξύπνημα. Να θυμίσει την συνολικότητα και την τραγικότητα αυτής της κατάστασης που ζούμε. Ας σκεφθούμε, πως είναι σαν να έχουμε ένα Βιετνάμ. Ή μία 11η Σεπτεμβρίου κάθε τρεις ημέρες».

Αίσθηση είχαν προκαλέσει και άλλα, πολύ προβεβλημένα, εξώφυλλά του. Το διπλό, για την πέμπτη επέτειο της 11ης Σεπτεμβρίου, στον New Yorker, με τον σχοινοβάτη Φιλίπ Πετίτ να ισορροπεί στο κενό ανάμεσα στους άλλοτε Δίδυµους Πύργους, που διακρίθηκε ως «Εξώφυλλο της Χρονιάς» από τον Αµερικανικό Σύλλογο Εκδοτών Περιοδικών.

Ή, εκείνο, στο «Time» και πάλι, της Κριστίν Μπλάζι Φορντ, καθηγήτριας ψυχολογίας, που κατέθεσε ενώπιον της Γερουσίας την οδυνηρή εμπειρία της από μια σεξουαλική επίθεση που είχε δεχτεί από τον Μπρετ Κάβανο, εκλεκτό του Ντόναλντ Τραμπ για το Ανώτατο Δικαστήριο. Πλασμένο από φράσεις της… (θα τα βρείτε όλα στον ιστότοπό του, zentrop.com).

Τόν χαρακτηρίζουν ακτιβιστή. «Νιώθω άνετα μέσα σε αυτό», διακηρύσσει. «Είναι σημαντικό να μιλάς γι’ αυτό που πιστεύεις, πόσω μάλλον να το έχεις κάνει τέχνη σου και επάγγελμά σου. Είμαι ευτυχής να μιλάω με αυτό τον τρόπο για εκείνο που είναι δικαίωμα κάθε πολίτη. Αν είμαι και παθιασμένος με αυτό, ακόμη καλύτερα».

Το διαδηλώνει παντού, πέρα από την περηφάνια του για τις ελληνικές ρίζες του: Μεγάλωσε σε μια πολιτικοποιημένη οικογένεια. «Πήγαινα τα Σαββατοκύριακα στο σπίτι των θείων και των παππούδων μου και τούς άκουγα να μιλούν συνεχώς και παθιασμένα για πολιτική». Ξάδερφος του παππού του ήταν ο Κίµων Γιούαν Μαραγκός (1907-1988), ένας από τους σηµαντικότερους Αμερικανούς πολιτικούς σκιτσογράφους.

Όμως, από το θείο του, τον Αναστάση, που ήταν καλλιτέχνης, «κόλλησε» τον ιό της τέχνης. Πρώτα, των κόμικς, που μικρός είχε βαλθεί να αντιγράφει. Ακούγοντας, παράλληλα (τόοοοσα χρόνια ως τα 60 κοντά, πλέον), τα πολιτικά ντιμπέιτ. Νίξον, ΜακΓκόβερν…

«Έτσι, όλα αυτά έγιναν κομμάτι μου από πολύ νωρίς. Στο Κολέγιο έφτασα να αναλάβω ρόλο πολιτικού καρτουνίστα στο πολιτικό περιοδικό τους».

Πιστεύει βαθιά ότι είναι στη σωστή κατεύθυνση επαγγελματικά: «Κάνω αυτό που θέλω και είναι επάγγελμά μου». Εκείνο που, κυρίως και πάντα, τόν ενδιαφέρει και είναι στο επίκεντρό του, είναι ο Άνθρωπος. «Οι προσωπικότητες, το γιατί κάποιοι αντιδρούν έτσι κι άλλοι αλλιώς. Γιατί κάποιοι είναι θαυμαστοί και κάποιοι καταστροφικοί. Η Κριστίν Μπλάζι Φορντ, ας πούμε, είναι από τη μια πλευρά. Και στο ακριβώς αντίθετο άκρο ο Τραμπ. Απλά διαγράφει και καταστρέφει. Είναι ένα καρκίνωμα στο σώμα της αμερικανικής πολιτικής. Μπορεί να διαφωνώ σε πολλά με τον Τζορτζ Μπους ή και 100%, όμως εκείνος σε κρίσιμες στιγμές επέδειξε τουλάχιστον ενσυναίσθηση, συμπόνοια. Σήμερα υπάρχει πλήρης έλλειψή της. Κάνει ότι κατανοεί ο Τραμπ και τρεις μέρες μετά λέει και νέα ψέματα».

Και κάτι ακόμη: «Παρότι γεννήθηκα και µεγάλωσα στην Καλιφόρνια, πάντα νιώθω συνδεδεµένος µε την Ελλάδα. Είµαι πολύ περήφανος για την κληρονοµιά µου. Ο πατέρας μου ήταν Έλληνας υπήκοος, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ένας άνθρωπος μορφωμένος – μιλούσε πέντε γλώσσες – και περήφανος που ήταν Έλληνας. Έφυγε για την Αμερική, πήγε σχολείο εδώ, μαζί με τη μητέρα μου και οι δύο μαζί μας μεγάλωσαν να αγαπάμε τις πατρίδες μας. Όπως κάνω κι εγώ με την σύζυγό μου, που είναι από το Βιετνάμ, για την κόρη μας, που της έχουμε δώσει το όνομα Αθηνά».

Έχει σχεδιάσει και την Ελλάδα, για το ελληνικό κινηματογραφικό φεστιβάλ του Σαν Φραντσίσκο. Αλλά και δύο μορφές… θεατών, που μοιάζουν με άγγελοι, για τις επίσημες αφίσες του επετειακού 60ού Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης (όπου έδωσε και masterclass). «Ναι, είναι το σύμβολο του αγγέλου ο θεατής! Όταν μπαίνεις σε μία κινηματογραφική αίθουσα είσαι – ή γίνεσαι – ανοιχτός σε νέες ιδέες και εικόνες. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, αγγελική ιδιότητα».

Ελληνικά, πάντως, δεν έχει μάθει. Κι ας ήρθε αρκετές φορές στην Ελλάδα. «Έμαθα μόνον κάτι φράσεις: σκάσε, κάτσε κάτω, φάε το φαΐ σου… Ξέρω και έχω δει πως τα πράγματα είναι δύσκολα στην Ελλάδα. Και στην Ευρώπη. Οι Έλληνες πρέπει να ξέρουν ότι η πλειοψηφία στην Αμερική είναι ενάντια σε αυτά τα τρομερά που συμβαίνουν σήμερα. Ζούμε ένα νέο δράμα κάθε μέρα…».

* Δημοσιογράφος

neostrategy.gr


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">
script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">