Recents in Beach

Αλέξης Τσίπρας και Mercosur: Όταν η διαπραγμάτευση είχε όρους - Γράφει ο Λάμπρος Παπαδής

 


Η συζήτηση για τη συμφωνία Ε.Ε.–Mercosur επανέρχεται δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο, αυτή τη φορά με αφορμή την πρόσφατη ψήφο της ελληνικής κυβέρνησης υπέρ της συμφωνίας στις Βρυξέλλες. Μαζί της επιστρέφει και μια αναπόφευκτη σύγκριση: τι έκανε η Ελλάδα το 2019, όταν πρωθυπουργός ήταν ο Αλέξης Τσίπρας, και τι συμβαίνει σήμερα.

Η συμφωνία με τη Mercosur δεν είναι μια τεχνική εμπορική πράξη χαμηλής πολιτικής. Αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής αγροτικής παραγωγής, τη βιωσιμότητα των μικρών παραγωγών, την προστασία των ΠΟΠ προϊόντων και το δικαίωμα των κρατών-μελών να θέτουν όρους όταν διακυβεύονται κρίσιμοι τομείς της οικονομίας τους. Το 2019, η κυβέρνηση Τσίπρα κλήθηκε να τοποθετηθεί σε ένα σύνθετο ευρωπαϊκό πλαίσιο, με αυξημένες κοινωνικές και πολιτικές πιέσεις.

Τον Ιούνιο του 2019 η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοίνωσε την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων σε επίπεδο πολιτικής συμφωνίας με τις χώρες της Mercosur. Η Ελλάδα, όπως όλα τα κράτη-μέλη, δεν υπέγραφε διμερώς. Είχε όμως τη δυνατότητα –και την πολιτική ευθύνη– να παρέμβει, να ασκήσει πίεση και να διαμορφώσει όρους. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση, δίνοντας έμφαση στην προστασία της εγχώριας αγροτικής παραγωγής και των ελληνικών προϊόντων ονομασίας προέλευσης.

Η φέτα αποτέλεσε σημείο αιχμής. Όχι ως επικοινωνιακό σύμβολο, αλλά ως πραγματικό διακύβευμα για έναν ολόκληρο κλάδο. Η ελληνική πλευρά διεκδίκησε ρητές πρόνοιες για την κατοχύρωση της ονομασίας και μεταβατικά καθεστώτα που θα περιόριζαν τις επιπτώσεις από το άνοιγμα της αγοράς. Παράλληλα, δεκάδες ελληνικά προϊόντα εντάχθηκαν στον κατάλογο των προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων, στοιχείο που συχνά υποβαθμίζεται στη σημερινή συζήτηση.

Η στάση αυτή δεν ήταν αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα. Ο Αλέξης Τσίπρας είχε ήδη βρεθεί αντιμέτωπος με τις μεγάλες αγροτικές κινητοποιήσεις της περιόδου 2016–2017. Σε εκείνη τη συγκυρία, επέλεξε μια πολιτική επιλογή με ιδιαίτερο βάρος: τον άμεσο διάλογο με τους αγρότες στο Μέγαρο Μαξίμου. Οι εκπρόσωποί τους πέρασαν το κατώφλι του πρωθυπουργικού γραφείου, έθεσαν τα αιτήματά τους, διαφώνησαν, συγκρούστηκαν, αλλά αναγνωρίστηκαν ως θεσμικοί συνομιλητές. Η κυβέρνηση ανέλαβε πολιτικό κόστος, αλλά έστειλε σαφές μήνυμα ότι ο πρωτογενής τομέας δεν αντιμετωπίζεται ως παράπλευρη απώλεια των ευρωπαϊκών πολιτικών.

Αυτό το πολιτικό υπόβαθρο εξηγεί και τη στάση του 2019 απέναντι στη Mercosur. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν προσέγγισε τη συμφωνία ως μια τυπική ευρωπαϊκή διαδικασία, αλλά ως ζήτημα εθνικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος. Η διαπραγμάτευση είχε όρους, κόκκινες γραμμές και συγκεκριμένες απαιτήσεις, ακόμη κι αν το τελικό πλαίσιο δεν μπορούσε να διαμορφωθεί μονομερώς από την Αθήνα.

Η σύγκριση με το σήμερα είναι αναπόφευκτη. Η πρόσφατη ψήφος της ελληνικής κυβέρνησης υπέρ της συμφωνίας στις Βρυξέλλες ήρθε σε μια περίοδο αυξημένης κοινωνικής έντασης και νέων αγροτικών κινητοποιήσεων. Οι διαβεβαιώσεις περί «ασφαλιστικών δικλείδων» και «εξαγωγικών ευκαιριών» δεν συνοδεύτηκαν από έναν ορατό και θεσμικό διάλογο με τους άμεσα θιγόμενους, ούτε από μια σαφή πολιτική στρατηγική για τη στήριξη των παραγωγών απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύεται η πολιτική διαφορά. Ο Αλέξης Τσίπρας, ανεξάρτητα από επιμέρους κριτικές, έχει καταγράψει μια διακριτή στάση απέναντι σε τέτοιου τύπου συμφωνίες: διαπραγμάτευση, όροι, πολιτική ευθύνη και άμεση λογοδοσία στην κοινωνία. Η Mercosur λειτουργεί σήμερα ως καθρέφτης δύο διαφορετικών αντιλήψεων διακυβέρνησης. Και η εμπειρία του 2019 δείχνει ότι, όταν η πολιτική θέλει, μπορεί να διεκδικεί — όχι απλώς να επικυρώνει.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">
script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">