Η πρόσφατη εξαγγελία του Ινστιτούτου του Αλέξη Τσίπρα για τη συγκρότηση πολιτικής ομάδας που θα επεξεργαστεί ένα συνεκτικό και ολοκληρωμένο πολιτικό πρόγραμμα δεν αποτελεί μια ακόμη θεωρητική παρέμβαση στον δημόσιο διάλογο. Αντιθέτως, συνιστά μια σαφή πολιτική κίνηση με συγκεκριμένο αποδέκτη: την κοινωνία. Και ταυτόχρονα, μια έμμεση αλλά καθαρή απάντηση σε όσους εξακολουθούν να εγκλωβίζουν την Κεντροαριστερά σε ατέρμονες συζητήσεις περί «συγκλίσεων κάποτε», «συμμαχιών στο μέλλον» και «προγραμματικών συναινέσεων όταν ωριμάσουν οι συνθήκες».
Η επιλογή του Τσίπρα να δρομολογήσει τη σύνταξη ενός πολιτικού προγράμματος μέσα από συλλογική επεξεργασία, με αναφορά στη σοσιαλδημοκρατία, την πολιτική οικολογία και τη ριζοσπαστική δημοκρατική Αριστερά, δείχνει ότι αντιλαμβάνεται το πραγματικό πρόβλημα του προοδευτικού χώρου: δεν είναι πρωτίστως οργανωτικό ούτε αριθμητικό. Είναι βαθιά πολιτικό και αφορά την απουσία πειστικού αφηγήματος εξουσίας.
Η χώρα κυβερνάται από τον Κυριάκος Μητσοτάκης και μια ισχυρή, συγκεντρωτική Δεξιά, η οποία δεν ηγεμονεύει μόνο λόγω της εκλογικής της ισχύος, αλλά και εξαιτίας της αδυναμίας του προοδευτικού χώρου να εμφανίσει ένα ενιαίο, αξιόπιστο και αναγνωρίσιμο πολιτικό αντίπαλο δέος. Όσο αυτή η αδυναμία παρατείνεται, τόσο η πολιτική συζήτηση μετατοπίζεται από το «ποιος μπορεί να κυβερνήσει» στο «πώς θα συνυπάρξουμε κάποτε».
Το Ινστιτούτο Τσίπρα, με τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία, επιχειρεί να αντιστρέψει αυτή τη λογική. Να επαναφέρει την πολιτική στο κέντρο, όχι ως άσκηση ισορροπιών μεταξύ κομματικών μηχανισμών, αλλά ως συλλογική διαμόρφωση πρότασης που απευθύνεται απευθείας στην κοινωνία. Και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: η κοινωνία δεν περιμένει άλλο. Δεν αναζητά αόριστες δεσμεύσεις για μελλοντικές συνεργασίες, αλλά σαφείς απαντήσεις για το παρόν και το άμεσο μέλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι παρεμβάσεις στελεχών όπως η Λούκα Κατσέλη και ο Χάρης Καστανίδης, που εστιάζουν κυρίως στην ανάγκη συνεργασιών και πολιτικών συγκλίσεων, οφείλουν να αναστοχαστούν πάνω σε μια βασική πραγματικότητα: το πρόβλημα δεν είναι μόνο η κρίση συμμαχιών. Είναι η κρίση προσώπου.
Η πολιτική, ειδικά σε συνθήκες έντονης κοινωνικής ανασφάλειας και δημοκρατικής κόπωσης, δεν λειτουργεί χωρίς ηγετικό πυρήνα. Χρειάζεται πρόσωπο που να μπορεί να εκφράσει, να συνθέσει, να συγκρουστεί και να εμπνεύσει. Πρόσωπο που να έχει αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί απέναντι σε ισχυρούς αντιπάλους, να διαχειριστεί κρίσεις και να εκπροσωπήσει τη χώρα σε διεθνές επίπεδο. Και σε αυτό το επίπεδο, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: δεν υπάρχει σήμερα άλλο προοδευτικό πολιτικό πρόσωπο με αυτά τα χαρακτηριστικά.
Ο Αλέξης Τσίπρας έχει περάσει από τη δοκιμασία της εξουσίας, έχει συγκρουστεί, έχει ηττηθεί και έχει αποχωρήσει. Αυτή ακριβώς η διαδρομή, όμως, του δίνει σήμερα ένα μοναδικό πολιτικό βάθος. Δεν επανέρχεται ως διαχειριστής του παρελθόντος, αλλά ως φορέας μιας νέας σύνθεσης, με επίγνωση λαθών, εμπειρία και διεθνή αναγνώριση. Κυρίως, όμως, επανέρχεται με τη συνείδηση ότι χωρίς σαφές πολιτικό σχέδιο δεν μπορεί να υπάρξει προοδευτική προοπτική εξουσίας.
Η εμμονή σε ατέρμονες συζητήσεις, σε αναμονή ιδανικών συνθηκών και σε πολιτική αναβλητικότητα δεν είναι ένδειξη σοβαρότητας. Είναι πολιτική αδράνεια. Και η αδράνεια, σε συνθήκες ισχυρής δεξιάς ηγεμονίας, μετατρέπεται σε συνενοχή.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι σαφές: ο προοδευτικός χώρος δεν έχει πλέον τον χρόνο να συζητά διαρκώς για «κάποτε». Ο πολιτικός χρόνος έχει εξαντληθεί και η κοινωνία ζητά απαντήσεις τώρα. Σε αυτό το περιβάλλον, ο Αλέξης Τσίπρας δεν αποτελεί απλώς μια επιλογή ανάμεσα σε άλλες. Αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική εναλλακτική σε επίπεδο προσώπου, τον μοναδικό πολιτικό πυλώνα γύρω από τον οποίο μπορεί να οικοδομηθεί μια σοβαρή, αξιόπιστη και νικηφόρα προοδευτική πρόταση εξουσίας.
Όχι γιατί είναι αλάνθαστος. Αλλά γιατί είναι ο μόνος που μπορεί να δώσει μορφή, κατεύθυνση και πολιτικό νόημα σε έναν χώρο που, αν συνεχίσει να περιμένει, κινδυνεύει να μείνει οριστικά εκτός ιστορίας.

0 Σχόλια