Η παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στην εθνική διάσκεψη της ιταλικής αριστερής οργάνωσης Compagno e il Mondo δεν ήταν μια τυπική διεθνής παρέμβαση. Ήταν μια πολιτική πράξη με σαφές ιδεολογικό αποτύπωμα, σε μια χρονική στιγμή όπου η ευρωπαϊκή ήπειρος δοκιμάζεται από τη διπλή πίεση της νεοφιλελεύθερης ακαμψίας και της ανόδου της άκρας δεξιάς. Σε μια Ιταλία όπου η κυβέρνηση της Giorgia Meloni επιχειρεί να εδραιώσει μια νέα πολιτική κανονικότητα με σαφείς αναφορές σε εθνικιστικές και μετα-φασιστικές ρίζες, η παρέμβαση Τσίπρα λειτούργησε ως υπενθύμιση ότι ο προοδευτικός χώρος δεν έχει πει την τελευταία του λέξη.
Ο πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας δεν αρκέστηκε σε γενικόλογες αναφορές. Έθεσε το διακύβευμα με όρους στρατηγικούς: ανατροπή των συσχετισμών, επαναθεμελίωση της ευρωπαϊκής προοπτικής, ανάκτηση της πολιτικής πρωτοβουλίας από τις δυνάμεις που υπερασπίζονται την κοινωνική δικαιοσύνη. Η φράση του ότι «Εμείς, οι προοδευτικές δυνάμεις, πρέπει να αντισταθούμε και να φέρουμε ελπίδα ενάντια στον φόβο και αξιοπρέπεια ενάντια στις βάρβαρες νεοφιλελεύθερες πολιτικές» δεν αποτελεί απλώς ρητορική κορύφωση· συμπυκνώνει μια ολόκληρη πολιτική διαδρομή που στην Ελλάδα δοκιμάστηκε σε ακραίες συνθήκες.
Η ιταλική αριστερά, μετά από χρόνια κατακερματισμού, εσωστρέφειας και στρατηγικών λαθών, αναζητεί εκ νέου ταυτότητα και κοινωνική γείωση. Η συνεργασία του Articolo Uno με το Δημοκρατικό Κόμμα και η συγκρότηση του Compagno e il Mondo είναι μια προσπάθεια επανεκκίνησης. Όμως η πολιτική μονοκρατορία της δεξιάς και η ηγεμονία της Μελόνι δεν αμφισβητούνται εύκολα. Σε μια χώρα όπου τα τελευταία χρόνια οργανώνονται ανοιχτά φασιστικές φιέστες στον τάφο του Benito Mussolini, η μάχη δεν είναι μόνο εκλογική· είναι βαθιά πολιτισμική και ιστορική.
Σε αυτό το περιβάλλον, η εμπειρία του Τσίπρα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η Ελλάδα υπήρξε το πειραματικό εργαστήριο της σκληρής λιτότητας. Η άνοδος της ριζοσπαστικής αριστεράς στην εξουσία το 2015 αποτέλεσε ευρωπαϊκό γεγονός. Ανεξαρτήτως των αντιφάσεων και των συμβιβασμών, εκείνη η περίοδος απέδειξε ότι οι κοινωνίες μπορούν να αμφισβητήσουν το κυρίαρχο αφήγημα. Όταν ο Τσίπρας επισημαίνει πως «πρέπει να προωθήσουμε το όραμα της ΕΕ στην οποία θέλουμε να ζήσουν οι μελλοντικές γενιές: Μια καλύτερη και κοινωνικά δίκαιη Ευρωπαϊκή Ένωση», δεν μιλά θεωρητικά. Μιλά ως πολιτικός που συγκρούστηκε με τους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς, γνωρίζοντας τα όρια αλλά και τις δυνατότητες της μάχης.
Η Ιταλία σήμερα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Η ακροδεξιά επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη «κανονικότητας», επενδύοντας στον φόβο, στο μεταναστευτικό, στην κοινωνική ανασφάλεια. Η αριστερά, αντιθέτως, συχνά εγκλωβίζεται σε τεχνοκρατικού τύπου αντιπαραθέσεις, χάνοντας την επαφή με τα λαϊκά στρώματα που βιώνουν την επισφάλεια. Η παρέμβαση Τσίπρα έρχεται να υπενθυμίσει ότι χωρίς καθαρό ιδεολογικό στίγμα και χωρίς συγκρουσιακή διάθεση απέναντι στις «σύγχρονες ολιγαρχίες και τις κλεπτοκρατίες», όπως ο ίδιος τόνισε, δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική πολιτική ανατροπή.
Σημαντικό είναι επίσης ότι η τοποθέτησή του δεν περιορίστηκε σε εθνικά όρια. Μίλησε για την ανάγκη υπεράσπισης του διεθνούς δικαίου, της ειρήνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε μια εποχή γεωπολιτικής αστάθειας. Η ευρωπαϊκή αριστερά δεν μπορεί να είναι απούσα από αυτά τα μέτωπα. Αντιθέτως, οφείλει να διαμορφώσει συνεκτική πρόταση που θα αντιπαρατεθεί τόσο στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση όσο και στις αυταρχικές εκδοχές αποπαγκοσμιοποίησης που κερδίζουν έδαφος.
Η σύγκριση Ελλάδας–Ιταλίας δεν είναι μηχανική. Οι πολιτικές παραδόσεις, τα κοινωνικά ρήγματα και οι κομματικοί συσχετισμοί διαφέρουν. Ωστόσο, το κοινό στοιχείο είναι η ανάγκη ανασύνταξης του προοδευτικού χώρου με όρους ηγεμονίας και όχι απλής διαμαρτυρίας. Ο Αλέξης Τσίπρας, παρά τις επιθέσεις που δέχθηκε και τις ήττες που γνώρισε, παραμένει ένας από τους ελάχιστους Ευρωπαίους ηγέτες της αριστεράς με κυβερνητική εμπειρία και διεθνή ακτινοβολία. Η παρουσία του στη Ρώμη – δίπλα σε ιστορικά στελέχη της ιταλικής κεντροαριστεράς – ενισχύει την ιδέα ότι ο διάλογος και η κοινή στρατηγική είναι προϋποθέσεις για την ανατροπή των σημερινών συσχετισμών.
Σε τελική ανάλυση, η μάχη στην Ιταλία δεν αφορά μόνο την ίδια τη χώρα. Αφορά το εάν η Ευρώπη θα παραδοθεί σε έναν νέο κύκλο αυταρχικού εθνικισμού ή αν θα ξαναβρεί το νήμα της κοινωνικής δημοκρατίας και της προοδευτικής μεταρρύθμισης. Η παρέμβαση Τσίπρα λειτουργεί ως πολιτικό κάλεσμα: να ξαναβρεί η αριστερά το «μερίδιό» της στην ιστορία. Όχι ως συμπλήρωμα, αλλά ως πρωταγωνιστής.

0 Σχόλια