Recents in Beach

Δύο Συντάγματα, δύο Ελλάδες: η κοινωνική δημοκρατία του Αλέξη Τσίπρα και το σχέδιο Μητσοτάκη

 


Γράφει ο Λάμπρος Παπαδής

Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι ποτέ μια ουδέτερη, τεχνική διαδικασία. Είναι βαθιά πολιτική και αποκαλυπτική για το ποια κοινωνία θέλει να οικοδομήσει κάθε πολιτική δύναμη. Στην Ελλάδα των διαδοχικών κρίσεων, της φτωχοποίησης, της απονομιμοποίησης των θεσμών και της διεύρυνσης των ανισοτήτων, το Σύνταγμα δεν είναι απλώς νομικό κείμενο· είναι το τελευταίο ανάχωμα ανάμεσα στη δημοκρατία και την πλήρη επικράτηση της αγοράς. Και ακριβώς σε αυτό το πεδίο συγκρούονται δύο αντίθετοι κόσμοι: η προοδευτική αντίληψη που εξέφρασε ο Αλέξης Τσίπρας και η σκληρή νεοφιλελεύθερη ατζέντα που προωθεί σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Όταν ο Αλέξης Τσίπρας, ως πρωθυπουργός, άνοιξε τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, δεν το έκανε για να εξυπηρετήσει συγκυριακές πολιτικές σκοπιμότητες. Μίλησε ανοιχτά για την ανάγκη μιας «νέας μεταπολίτευσης», αναγνωρίζοντας ότι το θεσμικό πλαίσιο που οικοδομήθηκε μετά το 1974 είχε δεχθεί ισχυρά πλήγματα από τη μνημονιακή δεκαετία. Η πρότασή του στηριζόταν σε μια καθαρή πολιτική γραμμή: περισσότερη δημοκρατία, περισσότερη διαφάνεια, περισσότερα κοινωνικά δικαιώματα, λιγότερα προνόμια εξουσίας.

Στον πυρήνα της πρότασης Τσίπρα βρισκόταν η ενίσχυση της λαϊκής κυριαρχίας. Η απλή αναλογική, η δυνατότητα δημοψηφισμάτων με λαϊκή πρωτοβουλία, ακόμη και η πρόβλεψη για λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, δεν ήταν «θεσμικά παιχνίδια», αλλά προσπάθεια να σπάσει το ασφυκτικό πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας όπως λειτούργησε μεταπολιτευτικά: με πολίτες θεατές και ένα πολιτικό σύστημα κλειστό, αυτάρεσκο και συχνά ατιμώρητο. Παράλληλα, η πρόταση για ουσιαστικό περιορισμό της βουλευτικής ασυλίας και ριζική αναθεώρηση του άρθρου περί ευθύνης υπουργών απαντούσε σε ένα διαχρονικό κοινωνικό αίτημα: να πάψει η πολιτική εξουσία να βρίσκεται υπεράνω του νόμου.

Ιδιαίτερη σημασία είχε και η κοινωνική διάσταση της συνταγματικής πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ. Για πρώτη φορά τέθηκε τόσο καθαρά η ανάγκη συνταγματικής θωράκισης δημόσιων και κοινωνικών αγαθών, όπως το νερό και η ενέργεια, ώστε να μην μπορούν να παραδίδονται ανεμπόδιστα σε ιδιωτικά συμφέροντα. Η εμπειρία των ιδιωτικοποιήσεων, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, είχε δείξει ότι όταν βασικές υποδομές αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως εμπόρευμα, το κοινωνικό κόστος είναι τεράστιο. Ο Τσίπρας δεν μίλησε γενικά και αόριστα για «ανάπτυξη», αλλά για ανάπτυξη με κοινωνικό πρόσημο και συνταγματικές εγγυήσεις.

Απέναντι σε αυτή τη θεώρηση, η τότε αξιωματική αντιπολίτευση της Νέας Δημοκρατίας αντέδρασε σχεδόν εχθρικά. Χαρακτήρισε τη διαδικασία «λαϊκιστική», αρνήθηκε ουσιαστικά να συμμετάσχει και αντιμετώπισε με καχυποψία κάθε απόπειρα διεύρυνσης της λαϊκής συμμετοχής. Δεν ήταν απλώς πολιτική διαφωνία· ήταν ιδεολογική απόρριψη της ίδιας της ιδέας ότι το Σύνταγμα μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο κοινωνικής εξισορρόπησης και δημοκρατικού ελέγχου.

Σήμερα, με τη Νέα Δημοκρατία στην κυβέρνηση, η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση επανέρχεται, αλλά με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Οι εξαγγελίες Μητσοτάκη παρουσιάζονται ως «θεσμικός εκσυγχρονισμός», όμως πίσω από τις λέξεις κρύβεται μια ξεκάθαρη νεοφιλελεύθερη στρατηγική. Η επιμονή στην αναθεώρηση του άρθρου 16, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για ιδιωτικά πανεπιστήμια, δεν είναι ουδέτερη επιλογή. Είναι πολιτική απόφαση που μετατρέπει την Παιδεία από κοινωνικό δικαίωμα σε πεδίο κερδοφορίας, εισάγοντας συνταγματικά την ανισότητα στην πρόσβαση στη γνώση.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η συζήτηση για τη μονιμότητα στο Δημόσιο. Όταν η κυβέρνηση μιλά για «επανεξέταση» και «αξιολόγηση» χωρίς ισχυρές θεσμικές εγγυήσεις, δεν μιλά για βελτίωση του κράτους, αλλά για πειθάρχηση των εργαζομένων και μετατροπή του Δημοσίου σε μηχανισμό πολιτικής και διοικητικής εξάρτησης. Σε μια χώρα με μακρά ιστορία κομματισμού και πελατειακών σχέσεων, η αποδυνάμωση της μονιμότητας δεν είναι μεταρρύθμιση· είναι επιστροφή σε σκοτεινές πρακτικές.

Βεβαίως, και η κυβέρνηση Μητσοτάκη μιλά για αλλαγή του άρθρου περί ευθύνης υπουργών. Όμως η εμπειρία δείχνει ότι η Δεξιά προσεγγίζει τη λογοδοσία περισσότερο ως επικοινωνιακό σύνθημα παρά ως πραγματική ρήξη με την ατιμωρησία. Η κρίσιμη διαφορά με την πρόταση Τσίπρα είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έθετε το ζήτημα συνολικά: περιορισμός προνομίων, ενίσχυση της Δικαιοσύνης, σαφή διαχωρισμό πολιτικής ευθύνης και ποινικής αντιμετώπισης, χωρίς «παραθυράκια».

Η αντιπαραβολή είναι, τελικά, πολιτικά αμείλικτη. Από τη μία πλευρά, ένα προοδευτικό όραμα για Σύνταγμα δημοκρατικό, συμμετοχικό, κοινωνικά ευαίσθητο, που βλέπει τον πολίτη ως ενεργό υποκείμενο και όχι ως καταναλωτή. Από την άλλη, ένα Σύνταγμα κομμένο και ραμμένο στις ανάγκες της αγοράς, που αποδυναμώνει το δημόσιο χώρο, ιδιωτικοποιεί τη γνώση και μετατρέπει τη σταθερότητα των εργασιακών σχέσεων σε «εμπόδιο».

Η συνταγματική αναθεώρηση που έχει ανάγκη η χώρα δεν είναι αυτή που θα διευκολύνει επενδυτές και ιδιωτικά συμφέροντα, αλλά εκείνη που θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στη δημοκρατία. Η παρακαταθήκη Τσίπρα παραμένει επίκαιρη ακριβώς γιατί αντιμετωπίζει το Σύνταγμα ως κοινωνικό συμβόλαιο υπέρ των πολλών. Και αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα: αν το Σύνταγμα θα συνεχίσει να αποτελεί ασπίδα για τους αδύναμους ή αν θα μετατραπεί σε εργαλείο εμπέδωσης της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας της Δεξιάς.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">
script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">