Η εικόνα που διαμορφώθηκε μετά τη συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με τον Κωνσταντίνο Τασούλα στο Προεδρικό Μέγαρο δεν αφορά απλώς ένα πολιτικό τετ α τετ. Αφορά, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η Προεδρία της Δημοκρατίας επέλεξε να διαχειριστεί επικοινωνιακά μια θεσμική συνάντηση, μετατρέποντάς την σε πεδίο πολιτικών εντυπώσεων και – αναπόφευκτα – σε πεδίο πολιτικής στοχοποίησης.
Για πρώτη φορά στα μεταπολιτευτικά χρονικά, η Προεδρία δεν περιορίστηκε σε μια λιτή, θεσμικά ουδέτερη ενημέρωση για το περιεχόμενο της συζήτησης. Αντιθέτως, διένειμε επιλεκτικά ένα non paper με γλαφυρές περιγραφές, αξιολογικές κρίσεις και ερμηνευτικά σχόλια για τις προθέσεις ενός πρώην πρωθυπουργού. Δεν επρόκειτο για απλή καταγραφή όσων ειπώθηκαν. Επρόκειτο για πολιτική ανάγνωση, για απόπειρα ερμηνείας στάσεων και κινήτρων, για ένα κείμενο που περισσότερο θύμιζε κομματικό briefing παρά θεσμική ενημέρωση.
Και εδώ γεννάται το πρώτο, εύλογο ερώτημα: Θα τολμούσε η Προεδρία να προχωρήσει σε ανάλογη «ανάλυση προθέσεων» εάν ο συνομιλητής ήταν ο Κώστας Καραμανλής ή ο Αντώνης Σαμαράς; Θα βλέπαμε non paper με εκτιμήσεις για το τι «έχει στο μυαλό του» ο ένας ή ο άλλος, για το αν «προτίθεται» να συμμετάσχει σε δημόσιο διάλογο ή για το πότε θα ιδρύσει πολιτικό φορέα; Ή μήπως η ευαισθησία του θεσμού θα ήταν τότε πολύ πιο προσεκτική, πολύ πιο φειδωλή, πολύ πιο θεσμικά αυστηρή;
Η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στο ύφος. Βρίσκεται στη στόχευση. Διότι για πρώτη φορά η Προεδρία εμφανίζεται να παίρνει θέση – έστω έμμεσα – σε μια πολιτική διαφωνία που αφορά τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Και μάλιστα, όχι απλώς καταγράφοντας τη διαφωνία, αλλά ερμηνεύοντάς την ως επιλογή τακτικής του Αλέξη Τσίπρα. Αυτό δεν είναι ουδετερότητα. Είναι παρέμβαση.
Ο Αλέξης Τσίπρας έχει κάθε πολιτικό και θεσμικό δικαίωμα να αρνείται συναίνεση σε μια κυβερνητική πλειοψηφία που – όπως ο ίδιος έχει δηλώσει – δεν σέβεται και δεν εφαρμόζει το Σύνταγμα. Η άρνηση συναίνεσης δεν είναι θεσμική εκτροπή· είναι πολιτική στάση. Και σε μια δημοκρατία, οι πολιτικές στάσεις κρίνονται στο δημόσιο πεδίο, όχι μέσω διαρροών που επιχειρούν να τις παρουσιάσουν ως υπεκφυγή ή τακτικισμό.
Το προβληματικό στοιχείο εδώ είναι διπλό. Πρώτον, η Προεδρία της Δημοκρατίας εμφανίζεται να λειτουργεί ως σχολιαστής της πολιτικής σκηνής. Δεύτερον, επιλέγει να το πράξει επιλεκτικά, απέναντι σε έναν συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Η εικόνα που δημιουργείται είναι αυτή ενός Προέδρου που δεν στέκεται υπεράνω κομμάτων, αλλά εντάσσεται – έστω διακριτικά – σε ένα πολιτικό στρατόπεδο.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο κ. Τασούλας είναι ο πρώτος μονοκομματικός Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Μεταπολίτευσης. Η εκλογή του δεν στηρίχθηκε σε ευρεία συναίνεση, αλλά σε μια κυβερνητική πλειοψηφία που αξιοποίησε την αναθεώρηση της σχετικής συνταγματικής διάταξης – αναθεώρηση που αποσύνδεσε την εκλογή Προέδρου από την προκήρυξη εκλογών. Το θεσμικό πλαίσιο άλλαξε, αλλά η ανάγκη υπερκομματικής συμπεριφοράς παρέμεινε. Και αυτή ακριβώς η ανάγκη είναι που σήμερα δοκιμάζεται.
Η διαρροή για τη στάση του Αλέξη Τσίπρα δεν ήταν απλώς ατυχής. Ήταν, σε επίπεδο πολιτικής ηθικής, βαθιά προβληματική. Όταν η Προεδρία μετατρέπεται σε παραγωγό πολιτικού ρεπορτάζ, όταν αποδίδει προθέσεις και κατασκευάζει αφηγήματα για το τι «σκέφτεται» ένας πολιτικός αντίπαλος της κυβέρνησης, τότε έχουμε ένα θεσμικό ξεχαρβάλωμα. Ένα γραφείο Τύπου που αντί να διαφυλάσσει το κύρος του ανώτατου πολιτειακού θεσμού, λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικών εντυπώσεων.
Και εδώ τίθεται ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: ποιος ωφελείται από αυτή την επικοινωνιακή επιλογή; Σίγουρα όχι ο θεσμός της Προεδρίας. Σίγουρα όχι η ανάγκη για νηφαλιότητα και θεσμική ισορροπία. Αντιθέτως, η μόνη πολιτική ανάγνωση που απομένει είναι ότι επιχειρείται η δημιουργία πίεσης προς έναν πρώην πρωθυπουργό, επειδή δεν προσφέρει τη συναίνεση που θα επιθυμούσε η κυβέρνηση.
Όμως η δημοκρατία δεν λειτουργεί με εκβιασμούς συναίνεσης. Ούτε με θεσμικές «υπενθυμίσεις» μέσω διαρροών. Η συναίνεση κερδίζεται πολιτικά, με επιχειρήματα και αξιοπιστία, όχι με επικοινωνιακά παιχνίδια.
Ο Αλέξης Τσίπρας, ανεξαρτήτως της τρέχουσας θεσμικής του ιδιότητας, παραμένει πολιτικός παράγοντας με βαρύτητα, με καθαρή θέση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση και με δικαίωμα να αρθρώνει κριτική. Η προσπάθεια ερμηνείας της στάσης του ως «απουσίας διάθεσης» για διάλογο, επειδή δεν είναι βουλευτής ή δεν έχει ιδρύσει κόμμα, δεν είναι απλώς ατυχής. Είναι πολιτικά μειωτική και θεσμικά ακατάλληλη.
Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα δεν είναι ο Τσίπρας. Είναι η Προεδρία. Είναι το κατά πόσο ο ανώτατος πολιτειακός θεσμός θα παραμείνει χώρος ισορροπίας ή θα διολισθήσει σε ρόλο πολιτικού παίκτη. Και αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό κρίνεται από τις πρόσφατες διαρροές, τότε πράγματι βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίοδο όπου ο όρος «κομματικός Πρόεδρος» δεν ακούγεται πια ως υπερβολή, αλλά ως περιγραφή μιας δυσάρεστης πραγματικότητας.

0 Σχόλια