Recents in Beach

Από την Οργή στην Κάλπη: Τα Τέμπη να γίνουν παλλαϊκή καταδίκη της Κυβέρνησης

 


Γράφει ο Λάμπρος Παπαδής

Σήμερα Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026, τρία χρόνια μετά το έγκλημα στα Τέμπη, η Ελλάδα μίλησε ξανά με τον μόνο τρόπο που δεν χωρά παρερμηνείες: βγήκε στον δρόμο. Τα συλλαλητήρια δεν ήταν «επέτειος», ούτε μια τυπική τελετουργία μνήμης. Ήταν μια καθολική κραυγή. Από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη μέχρι τη Λάρισα, την Πάτρα, την Κρήτη, την Ήπειρο και δεκάδες ακόμη πόλεις, πλατείες και δρόμοι γέμισαν ανθρώπους που δεν κατέβηκαν για να «θυμηθούν» — γιατί κανείς δεν ξέχασε. Κατέβηκαν για να απαιτήσουν δικαιοσύνη, να απορρίψουν την ατιμωρησία, να πουν ότι η χώρα δεν αντέχει άλλο να αναπνέει σε καθεστώς συγκάλυψης και πολιτικής αυτοπροστασίας.

Η εικόνα της ημέρας είχε μια σπάνια, σχεδόν ιστορική καθαρότητα: πλήθη διαφορετικών ηλικιών, κοινωνικών τάξεων και πολιτικών αναφορών, με κοινό σημείο μια αδιαπραγμάτευτη αξίωση. Να αποδοθούν ευθύνες. Να υπάρξει αλήθεια. Να σταματήσει το «πάμε παρακάτω». Το αίτημα για «οξυγόνο» δεν ακούστηκε ως σλόγκαν. Ακούστηκε ως πολιτική περιγραφή μιας πραγματικότητας: ότι η κοινωνία ένιωθε ασφυξία μέσα σε ένα σύστημα που απέτυχε να προστατεύσει ζωές και στη συνέχεια προσπάθησε να κουκουλώσει τις συνέπειες, να μοιράσει τις ευθύνες τόσο άνετα ώστε στο τέλος να μη βαραίνουν κανέναν.

Το συλλαλητήριο είχε και το στοιχείο της εργατικής, κοινωνικής πίεσης: οι απεργιακές κινητοποιήσεις έδεσαν με το λαϊκό ποτάμι, σαν να υπήρχε μια σιωπηρή συμφωνία ότι αυτό που συνέβη στα Τέμπη δεν ήταν «ένα ατύχημα», αλλά ένας καθρέφτης του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το κράτος όταν η δημόσια ασφάλεια θεωρείται δευτερεύον ζήτημα. Δεν ήταν απλώς διαμαρτυρία για το χθες. Ήταν κατηγορία για το σήμερα. Για την εγκατάλειψη των υποδομών, για τις προειδοποιήσεις που δεν εισακούστηκαν, για τη διοικητική χαλαρότητα που βαφτίστηκε «κανονικότητα», για την κουλτούρα ότι όλα λύνονται με επικοινωνία και όχι με ευθύνη.

Κι εκεί ακριβώς γεννήθηκε το πιο φορτισμένο πολιτικό συμπέρασμα της ημέρας. Η οργή, η αντίδραση, η αγανάκτηση δεν στράφηκαν σε μια αφηρημένη «κακοδαιμονία». Στρέφονταν σε συγκεκριμένη κυβερνητική επιλογή και σε συγκεκριμένη πολιτική διαχείριση. Το πλήθος δεν έδειξε «θυμό απέναντι στο σύστημα» ως γενικόλογο σύννεφο. Έδειξε θυμό απέναντι στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και στη λογική που εκπροσωπεί: τη λογική των ιδιωτικοποιήσεων χωρίς πραγματικό έλεγχο, των δημοσίων υπηρεσιών που αφήνονται να λειτουργούν με μπαλώματα, των κρίσιμων τομέων που αντιμετωπίζονται ως «κόστος» και όχι ως αποστολή, της μετάθεσης ευθυνών, της ασπίδας προστασίας προς τα πάνω.

Η κυβέρνηση προσπάθησε να σταθεί πίσω από τον χρόνο, τις διαδικασίες, τις «έρευνες που τρέχουν». Όμως η κοινωνία, εκείνη την ημέρα, δεν ζήτησε απλώς να ολοκληρωθούν έρευνες. Ζήτησε λογοδοσία σε βάθος. Ζήτησε να πάψει η πολιτική αμνησία να λειτουργεί ως θεσμικό άλλοθι. Γιατί, αν τρία χρόνια μετά η συλλογική αίσθηση είναι ότι η δικαιοσύνη καθυστερεί, τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο νομικό. Είναι βαθιά πολιτικό: ποιος είχε το συμφέρον να περνά ο καιρός; ποιος κέρδιζε από την κούραση; ποιος επένδυε στο να γίνει το έγκλημα «μια τραγωδία του παρελθόντος»;

Το κεντρικό μήνυμα του συλλαλητηρίου ήταν ότι αυτή η υπόθεση δεν έπρεπε να κλείσει. Όχι από εκδικητικότητα, αλλά από στοιχειώδη δημοκρατική αυτοάμυνα. Γιατί, όσο δεν αλλάζει ο τρόπος που σχεδιάζονται, ελέγχονται και λειτουργούν οι δημόσιες μεταφορές, όσο δεν υπάρχουν πραγματικές εγγυήσεις ασφαλείας, όσο η αλήθεια γίνεται πεδίο πολιτικής διαχείρισης, τόσο τα Τέμπη δεν είναι «κάτι που συνέβη». Ήταν κάτι που μπορεί να ξανασυμβεί.

Και εκεί μπήκε ο καθοριστικός κόμβος: η πολιτική μετατροπή του αιτήματος σε δύναμη αλλαγής. Το παλλαϊκό αίτημα για οξυγόνο και δικαιοσύνη δεν μπορούσε να μείνει ηθική κραυγή. Πρέπει να γίνει πολιτική απόφαση. Πρέπει να γίνει κριτήριο ψήφου. Πρέπει να γίνει καταψήφιση της ΝΔ και της κυβερνητικής πολιτικής που, όταν κρίθηκε στην πράξη, απέτυχε να προστατεύσει, απέτυχε να προλάβει και στη συνέχεια επιχείρησε να απορροφήσει το κόστος με τεχνάσματα, καθυστερήσεις και επικοινωνιακή άμυνα.

Γιατί αυτό ήταν το πιο σκληρό μάθημα που άφησε εκείνη η ημέρα: αν η κοινωνική οργή δεν μετατραπεί σε πολιτικό αποτέλεσμα, θα επιστρέψει ως πένθος. Αν δεν γίνει αλλαγή συσχετισμών, η εξουσία θα συνεχίσει να λειτουργεί με την ίδια αλαζονεία. Η κάλπη δεν είναι απλώς μια τυπική δημοκρατική διαδικασία. Είναι ο μόνος μηχανισμός με τον οποίο οι πολίτες μπορούν να επιβάλουν τιμωρία εκεί όπου το πολιτικό σύστημα φροντίζει να «απλώνει» τις ευθύνες μέχρι να εξαφανιστούν.

Το συλλαλητήριο της 28ης Φεβρουαρίου 2026 δεν έμεινε μόνο ως μια μαζική συγκέντρωση μνήμης. Καταγράφηκε ως μια συλλογική εντολή: να υπάρξει δικαιοσύνη χωρίς αστερίσκους και να υπάρξει πολιτική αλλαγή χωρίς φόβο. Γιατί το οξυγόνο δεν χαρίζεται. Κατακτιέται. Και εκείνη την ημέρα, μια χώρα έδειξε ότι δεν ήταν διατεθειμένη να σωπάσει άλλο.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">
script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">