Γράφει ο Λάμπρος Παπαδής
Η σύγκρουση ανάμεσα στον διοικητή της Τράπεζα της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, και τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια μιας τυπικής θεσμικής διαφωνίας. Πρόκειται για μια βαθιά πολιτική αντιπαράθεση που αγγίζει τον σκληρό πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας. Διότι όταν ένας μη εκλεγμένος κεντρικός τραπεζίτης επιλέγει να παρεμβαίνει δημοσίως με αιχμές, σε περιόδους υψηλής πολιτικής έντασης, τότε η «ανεξαρτησία» δεν λειτουργεί ως εγγύηση σταθερότητας αλλά ως προκάλυμμα πολιτικής τοποθέτησης.
Ο διοικητής μιας κεντρικής τράπεζας οφείλει να είναι θεματοφύλακας της νομισματικής ισορροπίας – όχι παράγοντας διαμόρφωσης πολιτικών συσχετισμών. Όταν, όμως, επιλέγεται συγκεκριμένο επικοινωνιακό περιβάλλον, με σαφή ιδεολογική στόχευση και μετωπική αντιπαράθεση απέναντι στον Τσίπρα, τότε το ζήτημα δεν είναι απλώς αισθητικό. Είναι βαθιά θεσμικό. Διότι η ουδετερότητα δεν κρίνεται μόνο από τις πράξεις, αλλά και από τα συμφραζόμενα μέσα στα οποία αυτές εκδηλώνονται.
Η υπεράσπιση από κύκλους του διοικητή ότι οι παρεμβάσεις του αποτελούσαν «προειδοποιήσεις κινδύνου» και όχι πολιτική πίεση δεν αναιρεί την ουσία. Σε μια περίοδο που η χώρα βρισκόταν σε κρίσιμες διαπραγματεύσεις, κάθε δημόσια τοποθέτηση της κεντρικής τράπεζας είχε βαρύτητα πολλαπλάσια της θεσμικής της θέσης. Η επανάληψη σεναρίων καταστροφής και η διαρκής υπόμνηση κινδύνων λειτούργησαν αντικειμενικά ως μοχλός πίεσης προς μια εκλεγμένη κυβέρνηση. Και εδώ τίθεται το ερώτημα: ποιος δίνει το δικαίωμα σε έναν τεχνοκράτη να ενισχύει το κλίμα ασφυξίας απέναντι σε μια λαϊκή εντολή;
Η απάντηση από το περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού ήταν απολύτως στοχευμένη και αποκαλυπτική:
Η απάντηση μέσω κύκλων του κυρίου Στουρνάρα στον Α. Τσίπρα και ιδίως το περιεχόμενό της, επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι τελικά είναι καλύτερος για εκπρόσωπος τύπου της Ομάδας Αλήθειας παρά για Διοικητής της ΤτΕ.
Του συνιστούμε πάντως εκτός από το λυσάρι με τις ατάκες που μοιράζει το Μαξίμου στα γαλάζια τρολ για την Ιθάκη, να διαβάσει και το ίδιο το βιβλίο.
Και του ευχόμαστε μια τρίτη θητεία ώστε να φτάσει τα χρόνια του Παναγοπούλου στη ΓΣΕΕ.
Η αναφορά στον Γιάννη Παναγόπουλο και τη ΓΣΕΕ δεν έγινε τυχαία. Αγγίζει ένα βαθύτερο πρόβλημα: τη μακροχρόνια παραμονή σε καίριες θέσεις χωρίς ουσιαστική δημοκρατική λογοδοσία. Όταν ένας διοικητής παρατείνει τη θητεία του και ταυτόχρονα εμπλέκεται ενεργά σε πολιτικές αντιπαραθέσεις, η κριτική περί «μονιμοποίησης» δεν είναι προσωπική επίθεση. Είναι ζήτημα θεσμικής ισορροπίας.
Ο Τσίπρας δεν θέτει θέμα προσωπικής αντιπάθειας. Θέτει θέμα αρχής. Υπενθυμίζει ότι οι κεντρικές τράπεζες κατοχυρώνουν την ανεξαρτησία τους για να διασφαλίζουν τη σταθερότητα του συστήματος – όχι για να λειτουργούν ως άτυπη αντιπολίτευση. Η ανεξαρτησία δεν ισοδυναμεί με απουσία ελέγχου ούτε με ασυλία από την πολιτική κριτική. Αντιθέτως, σε μια δημοκρατία, κάθε θεσμός οφείλει να λογοδοτεί στο δημόσιο διάλογο, ιδίως όταν οι παρεμβάσεις του επηρεάζουν την πορεία της χώρας.
Η ενόχληση που προκάλεσε η παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού αποτυπώνεται και στην κινητικότητα της Νέα Δημοκρατία. Η μέχρι πρότινος προσπάθεια υποβάθμισης της παρουσίας του αντικαταστάθηκε από σπασμωδικές αντιδράσεις. Όταν ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας σπεύδει να απαντήσει με διαρροές και επικοινωνιακές αιχμές, η εικόνα που διαμορφώνεται δεν είναι θεσμικής ψυχραιμίας αλλά πολιτικής στράτευσης.
Η ουσία της αντιπαράθεσης δεν αφορά το παρελθόν· αφορά το μέλλον της δημοκρατικής λειτουργίας. Μπορεί ένας κεντρικός τραπεζίτης να διατηρεί το κύρος του όταν παρεμβαίνει με τρόπο που αντικειμενικά ενισχύει συγκεκριμένο πολιτικό αφήγημα; Μπορεί να αξιώνει ουδετερότητα όταν επιλέγει συγκρουσιακή ρητορική απέναντι σε εκλεγμένο πρωθυπουργό;
Ο Τσίπρας επαναφέρει ένα κρίσιμο όριο: οι θεσμοί υπάρχουν για να υπηρετούν τη λαϊκή εντολή, όχι για να την κατευθύνουν. Σε μια περίοδο που η κοινωνία δοκιμάστηκε σκληρά, η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν μπορεί να τίθεται σε δεύτερη μοίρα μπροστά σε τεχνοκρατικές «υποδείξεις». Αν ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος επιθυμεί να λειτουργεί ως πολιτικός σχολιαστής, τότε ας αποδεχθεί και την πολιτική κριτική που αυτό συνεπάγεται.
Διότι στο τέλος, το ερώτημα δεν είναι προσωπικό. Είναι θεσμικό και βαθιά δημοκρατικό: ποιος λογοδοτεί σε ποιον. Και σε αυτό το πεδίο, η υπεράσπιση της εκλεγμένης εξουσίας απέναντι σε κάθε μορφή εσωτερικής πίεσης δεν είναι λαϊκισμός. Είναι δημοκρατικό καθήκον.

0 Σχόλια