Recents in Beach

Αλέξης Τσίπρας: Στο προσκήνιο το πραγματικό κόστος της ενέργειας

 


Συγκριτική αποτίμηση για το πραγματικό βάρος του ενεργειακού κόστους που επωμίζονται τα ελληνικά νοικοκυριά σε σύγκριση με εκείνα των υπόλοιπων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίνει στη δημοσιότητα σήμερα το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα, επιχειρώντας να αποδομήσει – με αριθμούς και ανάλυση – τον ισχυρισμό περί «φθηνής ενέργειας» στη χώρα μας.

Η παρέμβαση αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το ζήτημα της ακρίβειας στην ηλεκτρική ενέργεια παραμένει στην κορυφή της δημόσιας συζήτησης, με τα νοικοκυριά να συνεχίζουν να βιώνουν έντονη πίεση στους οικογενειακούς τους προϋπολογισμούς. Το Ινστιτούτο επιχειρεί να μετατοπίσει το επίκεντρο της συζήτησης από τους ονομαστικούς μέσους όρους σε μια πιο ουσιαστική προσέγγιση που λαμβάνει υπόψη τη συνολική οικονομική πραγματικότητα των πολιτών.

Τα ερωτήματα που θέτει το Ινστιτούτο

«Πριν από λίγες ημέρες στη Βουλή, ο πρωθυπουργός δήλωσε πως τα τιμολόγια ενέργειας των ελληνικών νοικοκυριών είναι 21% φθηνότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο», σημειώνει το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα σε ανάρτησή του και παραθέτει τα εξής ερωτήματα:

«Πόσο ακριβής είναι αυτή η δήλωση; Ανατρέπεται αυτή η εικόνα αν συνυπολογιστεί η αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών; Τι συμβαίνει με το χάσμα μεταξύ τιμών χονδρικής και λιανικής στην ενέργεια;».

Παράλληλα, τονίζεται:

«Το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα και η Ομάδα Ενέργειας, Περιβάλλοντος και Κλιματικής Κρίσης, καταθέτουν δημόσια την επεξεργασία τους για το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας και τη σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε 27. Η επεξεργασία αποδεικνύει ότι το αφήγημα περί "φθηνής ενέργειας" στην Ελλάδα είναι εντελώς ανακριβές και παραπλανητικό».

Ονομαστικές τιμές και πραγματική επιβάρυνση

Σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσιάζεται, η σύγκριση που βασίζεται αποκλειστικά σε ονομαστικά στοιχεία – δηλαδή στην τιμή ανά κιλοβατώρα χωρίς περαιτέρω σταθμίσεις – μπορεί να δημιουργεί μια εικόνα που δεν αντανακλά την πραγματική οικονομική επιβάρυνση. Το κρίσιμο στοιχείο, όπως επισημαίνεται, είναι η σχέση τιμής και εισοδήματος.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην αγοραστική δύναμη μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. Ως εκ τούτου, ακόμη κι αν η τελική τιμή της κιλοβατώρας εμφανίζεται οριακά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το ποσοστό του εισοδήματος που απαιτείται για την κάλυψη βασικών ενεργειακών αναγκών είναι σημαντικά υψηλότερο.

Η μελέτη αναδεικνύει ότι όταν η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας σταθμιστεί με βάση το διαθέσιμο εισόδημα και την αγοραστική δύναμη, η εικόνα διαφοροποιείται αισθητά. Σε όρους πραγματικής επιβάρυνσης, τα ελληνικά νοικοκυριά φέρονται να καταβάλλουν μεγαλύτερο «μερίδιο» του εισοδήματός τους για ηλεκτρικό ρεύμα σε σύγκριση με πολλές χώρες της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης.

Το ζήτημα της χονδρικής και της λιανικής

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο άνοιγμα της «ψαλίδας» ανάμεσα στις τιμές χονδρικής και λιανικής. Το Ινστιτούτο εστιάζει στο γεγονός ότι σε ορισμένες περιόδους η αποκλιμάκωση των τιμών στη χονδρική αγορά δεν μεταφέρθηκε με αντίστοιχη ταχύτητα και ένταση στα τελικά τιμολόγια που πληρώνουν οι καταναλωτές.

Η διαφορά αυτή, όπως υποστηρίζεται, εγείρει ερωτήματα για τη λειτουργία της αγοράς, το επίπεδο ανταγωνισμού και τον ρόλο της ρυθμιστικής εποπτείας. Η μελέτη φέρεται να καταγράφει περιόδους κατά τις οποίες η χονδρική τιμή μειώθηκε αισθητά, ενώ τα τιμολόγια λιανικής παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα, επιβαρύνοντας τους καταναλωτές.

Παράλληλα, εξετάζεται το μείγμα επιδοτήσεων και κρατικών παρεμβάσεων που εφαρμόστηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Αν και τα μέτρα αυτά συνέβαλαν στην προσωρινή απορρόφηση μέρους των αυξήσεων, το Ινστιτούτο επισημαίνει ότι δεν αλλάζουν τη διαρθρωτική εικόνα της αγοράς, ούτε αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες του υψηλού κόστους.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο σύγκρισης

Η ανάλυση βασίζεται σε συγκριτικά δεδομένα για το σύνολο των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιδιώκοντας να δώσει μια συνολική εικόνα της θέσης της Ελλάδας. Η σύγκριση δεν περιορίζεται στην τελική τιμή ανά κιλοβατώρα, αλλά επεκτείνεται στη φορολογική επιβάρυνση, στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις, καθώς και στην αναλογία του ενεργειακού κόστους προς το διαθέσιμο εισόδημα.

Το βασικό συμπέρασμα που προβάλλεται είναι ότι η επίκληση ενός ποσοστού – όπως το «21% φθηνότερα» – χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις για τη μεθοδολογία και τα κριτήρια σύγκρισης, δεν αποτυπώνει επαρκώς την πραγματική κατάσταση που βιώνουν οι πολίτες.

Πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις

Η παρέμβαση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικής αντιπαράθεσης γύρω από το ενεργειακό μοντέλο της χώρας, τη λειτουργία της αγοράς και την κοινωνική διάσταση της ενεργειακής πολιτικής. Το ζήτημα της ενεργειακής φτώχειας, που έχει αναδειχθεί έντονα τα τελευταία χρόνια, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στη συζήτηση.

Η δημοσιοποίηση της μελέτης από το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα αναμένεται να τροφοδοτήσει νέο κύκλο δημόσιου διαλόγου, τόσο ως προς την ακρίβεια των κυβερνητικών ισχυρισμών όσο και ως προς τις αναγκαίες παρεμβάσεις για τη μείωση του κόστους.

Σε κάθε περίπτωση, το ενεργειακό κόστος παραμένει κομβικό ζήτημα για την κοινωνική συνοχή και την οικονομική σταθερότητα, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία τα εισοδήματα πιέζονται από πολλαπλές αυξήσεις σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Η αντιπαράθεση για το αν η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις «φθηνές» ή στις «ακριβές» χώρες σε ό,τι αφορά την ηλεκτρική ενέργεια φαίνεται πως θα συνεχιστεί, με το βάρος να μετατοπίζεται πλέον όχι μόνο στους αριθμούς, αλλά και στην πραγματική αγοραστική ικανότητα των πολιτών.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">
script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">