Σε κάθε πόλεμο υπάρχει μια απλή σχεδόν αυτονόητη αρχή: όταν αμφότερες οι πλευρές εμφανίζονται ως νικήτριες κάποιος ανάμεσα τους δεν λέει την αλήθεια. Και αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει σήμερα στην εύθραυστη εκεχειρία ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, μετά από ενάμιση μήνα σύγκρουσης που έφερε τη Μέση Ανατολή στο χείλος μιας γενικευμένης ανάφλεξης και προκάλεσε ιστορική αναταραχή στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έσπευσε να χαρακτηρίσει την κατάπαυση του πυρός «ολοκληρωτική νίκη», διαβεβαιώνοντας ότι η Ουάσιγκτον όχι μόνο πέτυχε αλλά ξεπέρασε όλους τους στρατιωτικούς της στόχους. Σχεδόν ταυτόχρονα, όμως, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν ανακοίνωνε ότι εξανάγκασε τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποδεχθούν το σχέδιο 10 σημείων της Τεχεράνης, περιγράφοντας την εκεχειρία ως «ιστορική ήττα» της Ουάσιγκτον. Η ίδια συμφωνία παρουσιάζεται λοιπόν και από τις δύο πλευρές ως δικός τους θρίαμβος — γεγονός που από μόνο του λέει πολλά για την πραγματική της φύση.
Πίσω από τους πανηγυρισμούς, το ουσιώδες ερώτημα παραμένει: ποιος πραγματικά πέτυχε τους στόχους του; Αν πάντως η απάντηση αναζητηθεί στα αντικειμενικά δεδομένα, η εικόνα απέχει αισθητά από το αφήγημα του Λευκού Οίκου.
Η μάχη του αφηγήματος μετά την εκεχειρία
Ο Τραμπ είχε οικοδομήσει ολόκληρη τη στρατηγική και τη δημόσια ρητορική του πάνω στην απαίτηση για πλήρη συνθηκολόγηση της Τεχεράνης. Για εβδομάδες μιλούσε για «άνευ όρων παράδοση», προειδοποιώντας πως οποιαδήποτε άρνηση θα οδηγούσε σε καταστροφή πρωτοφανούς κλίμακας. Μόλις λίγες ώρες πριν την επίτευξη της συμφωνίας, απειλούσε ανοιχτά ότι «ολόκληρος πολιτισμός θα πεθάνει» εάν το Ιράν δεν συμμορφωνόταν πριν εκπνεύσει το τελευταίο του τελεσίγραφο.
Και όμως, αντί για συνθηκολόγηση, αυτό που τελικά προέκυψε ήταν μια προσωρινή κατάπαυση πυρός και η έναρξη νέου γύρου διαπραγματεύσεων. Ολα αυτά δεν θυμίζουν και πολύ την επιβολή όρων του νικητή στον ηττημένο της σύγκρουσης. Θυμίζει περισσότερο την προσπάθεια μιας κυβέρνησης να βρει διέξοδο από μια κρίση που η ίδια προκάλεσε.
Αυτό εξηγεί και την ιδιαίτερη ένταση με την οποία ο Λευκός Οίκος επιχειρεί πλέον να ελέγξει το αφήγημα γύρω από τη συμφωνία. Όταν το CNN μετέδωσε πληροφορίες ότι η Τεχεράνη παρουσιάζει την εκεχειρία ως αποτέλεσμα αμερικανικής αποδοχής του ιρανικού σχεδίου, ο Τραμπ δεν περιορίστηκε σε διάψευση. Αντέδρασε με εμφανή οργή, καταγγέλλοντας το δίκτυο για «απάτη» και απειλώντας με νομικές συνέπειες. Η ένταση της αντίδρασης φανερώνει κάτι βαθύτερο από μια απλή επικοινωνιακή ενόχληση: προδίδει φόβο ότι μπορεί να παγιωθεί η εντύπωση πως η Ουάσιγκτον δεν υπαγόρευσε το τέλος της κρίσης, αλλά εξαναγκάστηκε σε συμβιβασμό.
Και η ανησυχία αυτή δεν είναι αδικαιολόγητη. Διότι εάν εξετάσει κανείς έναν προς έναν τους διακηρυγμένους αμερικανικούς στόχους πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων, δύσκολα μπορεί να εντοπίσει κάποιο από τα «λάφυρα» που υποσχόταν στο πολιτικό του ακροατήριο εδώ και εβδομάδες ο Τραμπ.
Οι ανεκπλήρωτοι στόχοι της αμερικανικής στρατηγικής
Το ιρανικό καθεστώς παραμένει σταθερά στην εξουσία, παρά τις προβλέψεις πολλών δυτικών και ισραηλινών αναλυτών ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει εσωτερική αποσταθεροποίηση ή ακόμη και κατάρρευσή του. Το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας δεν έχει εξουδετερωθεί, ενώ το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου — η βασική αιτιολογία της αμερικανικής στρατιωτικής κινητοποίησης — παραμένει, σύμφωνα με όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες, υπό ιρανικό έλεγχο.
Το πυραυλικό οπλοστάσιο της χώρας, το οποίο το Πεντάγωνο είχε αρχικά αφήσει να εννοηθεί ότι είχε σχεδόν καταστραφεί, συνέχισε να επιχειρεί μέχρι και τις τελευταίες ώρες πριν από την εκεχειρία. Και ίσως το σημαντικότερο όλων: τα Στενά του Ορμούζ, για τα οποία ο Τραμπ είχε θέσει ως βασικό όρο την πλήρη και ασφαλή επαναλειτουργία τους, παραμένουν υπό ουσιαστικό ιρανικό στρατιωτικό έλεγχο, με την Τεχεράνη να δηλώνει ανοιχτά ότι οι δικές της ένοπλες δυνάμεις θα καθορίζουν ποιος διέρχεται και πότε.
Με άλλα λόγια, η κρίση παγώνει χωρίς να έχει αλλάξει ουσιαστικά κανένα από τα βασικά στρατηγικά δεδομένα που υποτίθεται ότι καθιστούσαν αναγκαία την αμερικανική επέμβαση.
Γιατί οι δύο εβδομάδες δύσκολα αρκούν
Η αισιοδοξία που επιχειρεί τώρα να καλλιεργήσει ο Λευκός Οίκος για την επίτευξη μιας συνολικής συμφωνίας εντός των δύο εβδομάδων της εκεχειρίας μοιάζει, υπό αυτές τις συνθήκες, να αγνοεί την ίδια την ιστορία της διπλωματίας με το Ιράν. Η συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης —την οποία ο ίδιος ο Τραμπ κατήργησε λίγα χρόνια αργότερα— χρειάστηκε περίπου δυόμισι χρόνια εξαντλητικών διαπραγματεύσεων, τεχνικής προετοιμασίας και σύνθετων πολυμερών διαβουλεύσεων για να ολοκληρωθεί, σε μια περίοδο μάλιστα σχετικής περιφερειακής σταθερότητας και όχι εν μέσω ανοιχτής πολεμικής σύγκρουσης.
Είναι συνεπώς δύσκολο να αντιληφθεί κανείς με ποια ακριβώς λογική θα μπορούσε σήμερα να επιτευχθεί μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες μια ουσιαστικότερη και πιο σύνθετη συμφωνία, τη στιγμή μάλιστα που οι δύο πλευρές εξέρχονται από άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση, οι όροι παραμένουν ασαφείς και το χάσμα μεταξύ των θέσεών τους εξακολουθεί να είναι βαθύ. Αντιθέτως, η επίκληση ενός τόσο ασφυκτικού χρονοδιαγράμματος μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακή ανάγκη επίδειξης προόδου παρά με ρεαλιστική αποτύπωση των διπλωματικών δεδομένων.
Το μόνο που έχει αλλάξει με βεβαιότητα είναι το πολιτικό αφήγημα. Και αυτό ακριβώς επιχειρεί σήμερα να διαχειριστεί ο Λευκός Οίκος. Το πρόβλημα για τον Τραμπ είναι ότι η στρατηγική του ανέκαθεν βασιζόταν λιγότερο στην ουσία των εξελίξεων και περισσότερο στην ικανότητά του να επιβάλλει τη δική του εκδοχή. Στην επιχειρηματική, πολιτική και πλέον γεωπολιτική του διαδρομή, ο Αμερικανός πρόεδρος λειτουργεί με την ίδια βασική αρχή: ελέγχεις την κατάσταση εφόσον ελέγχεις τις εντυπώσεις.
Στο βιβλίο του «Η τέχνη του ντηλ» αναφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από την καριέρα του στο real estate. Oταν μια ομάδα επενδυτών επισκέφτηκαν μια οικοδομή του, έδωσε εντολή σε οχήματα και μηχανήματα να βρίσκονται διαρκώς σε κίνηση ακόμα και αν δεν έκαναν στην πραγματικότητα τίποτα. Μόνο και μόνο για να δώσουν την εντύπωση ότι τα έργα προχωρούσαν γρήγορα.
Όμως η διεθνής πολιτική δεν λειτουργεί με βάση τους ίδιους κανόνες. Και ιδιαίτερα οι πόλεμοι έχουν μια εξαιρετικά δυσάρεστη συνήθεια για τον Τραμπ. Στο τέλος τους, οι αφηγήσεις υποχωρούν μπροστά στα πραγματικά αποτελέσματα.
Και τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα του πολέμου που εξαπέλυσαν στο Ιράν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ κάθε άλλο παρά θυμίζουν θρίαμβο. Μοιάζουν περισσότερο με βεβιασμένη έξοδο από μια κρίση που ξέφυγε από τον σχεδιασμό εκείνων που την πυροδότησαν — και με μια ακόμη προσπάθεια να παρουσιαστεί η αναδίπλωση ως νίκη.
ΠΗΓΗ: neostrategy.gr


0 Σχόλια