Ανανεώνεται η πολιτική αντιπαράθεση έπειτα από το ρεπορτάζ της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ».
Έντονους κραδασμούς στο κυβερνητικό στρατόπεδο εξακολουθεί να προκαλεί η υπόθεση των υποκλοπών, μετά τις νέες αποκαλύψεις της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ» στην κυριακάτικη έκδοση της 7ης Ιουνίου.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η πλευρά του Ισραηλινού επιχειρηματία και ιδιοκτήτη της Intellexa Ταλ Ντίλιαν, ο οποίος έχει καταδικαστεί πρωτοδίκως για την υπόθεση του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator, επικαλείται την ύπαρξη συμφωνητικού συνεργασίας του 2020 με την ΕΥΠ για τη χρήση του επίμαχου λογισμικού. Το έγγραφο αυτό φέρεται να περιλαμβάνει δεσμευτικές αναφορές περί νόμιμης λειτουργίας του Predator και να φέρει τις υπογραφές των δύο πλευρών.
Ωστόσο, όπως αναφέρεται, το συμφωνητικό δεν απέκτησε θεσμικό χαρακτήρα, καθώς στην Ελλάδα δεν υπήρχε –και δεν υπάρχει μέχρι σήμερα– ειδικό νομικό πλαίσιο για την επίσημη απόκτηση και χρήση τέτοιου τύπου λογισμικών. Η πλευρά Ντίλιαν φέρεται επίσης να επικαλείται δεκάδες ηλεκτρονικά μηνύματα μεταξύ της Intellexa και Ελλήνων κρατικών υπαλλήλων, κυρίως στελεχών της ΕΥΠ, σχετικά με τεχνικά ζητήματα και διορθώσεις του συστήματος Predator. Από την αλληλογραφία αυτή φαίνεται να προκύπτουν και τα πρόσωπα που είχαν εμπλοκή στο σύστημα παρακολουθήσεων.
Πολιτικές αντιδράσεις
Οι νέες πληροφορίες έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία ζητούν εκ νέου διερεύνηση της υπόθεσης και πρόσβαση των αρμόδιων αρχών στο υλικό που επικαλείται η πλευρά Ντίλιαν.
Το ΠΑΣΟΚ, σχολιάζοντας το δημοσίευμα, τονίζει ότι αυτό αναφέρεται σε έγγραφο «με τη μορφή συμφωνητικού συνεργασίας από το 2020» μεταξύ του εταιρικού σχήματος του Ταλ Ντίλιαν και της ΕΥΠ για τη χρήση του Predator. Όπως σημειώνει, το έγγραφο φέρεται να επικαλείται ο ίδιος ο επιχειρηματίας, υποστηρίζοντας ότι «κρατικές αρχές κατείχαν και λειτούργησαν το κατασκοπευτικό λογισμικό».
Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ επαναφέρει το αίτημα για κλήση του Ταλ Ντίλιαν και του Γρηγόρη Δημητριάδη στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, χαρακτηρίζοντας την ενέργεια αυτή «αναγκαία». Ζητά επίσης την ενεργοποίηση των δικαστικών αρχών, οι οποίες, όπως αναφέρει, «οφείλουν να λάβουν γνώση του εν λόγω συμφωνητικού».
Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την πλευρά του, επισημαίνει ότι «η πλευρά Ντίλιαν δηλώνει ανοιχτά πως το “ντιλάρισμα” για τις παράνομες παρακολουθήσεις έλαβε μορφή συμφωνητικού συνεργασίας ανάμεσα στην εταιρεία του και την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών το 2020». Στην ανακοίνωσή του υπενθυμίζει ότι η ΕΥΠ είχε υπαχθεί απευθείας στον πρωθυπουργό, ενώ ασκεί κριτική στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, που, όπως σημειώνει, «μέχρι σήμερα έχει την υπηρεσία στο απυρόβλητο».
Ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει, επίσης, θέμα δικαστικής διερεύνησης των νέων στοιχείων, διερωτώμενος «γιατί η Δικαιοσύνη δεν έχει ακόμη αποκτήσει πρόσβαση στο υλικό που επικαλείται η πλευρά Ντίλιαν». Καλεί τον αρμόδιο αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου να παρέμβει και ζητά απαντήσεις από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τον οποίο χαρακτηρίζει «πολιτικό προϊστάμενο και υπεύθυνο για την ΕΥΠ».
Αντίδραση υπήρξε και από την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη του Αλέξη Τσίπρα μέσω της εκπροσώπου Τύπου Θεώνης Κουφονικολάκου, η οποία υποστήριξε ότι «δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ότι ήταν η ΕΥΠ που προμηθεύτηκε το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό Predator». Όπως ανέφερε, «οι παράνομες υποκλοπές με Predator ήταν η συνέχεια των κατ’ ευφημισμό νόμιμων παρακολουθήσεων μέσω ΕΥΠ», προσθέτοντας ότι «δεν ήταν υπόθεση ιδιωτών».
Η κ. Κουφονικολάκου έκανε λόγο για «ευθεία επίθεση στον πυρήνα του κράτους δικαίου», υποστηρίζοντας ότι το Μέγαρο Μαξίμου χρησιμοποίησε το λογισμικό μέσω της ΕΥΠ για την παρακολούθηση υπουργών, αξιωματικών, δικαστικών, δημοσιογράφων και πολιτικών. Παράλληλα, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «όχι μόνο δεν έχει αναλάβει την ευθύνη», αλλά προχώρησε, όπως είπε, σε «προκλητική συγκάλυψη των ευθυνών της».
ΠΗΓΗ: tanea.gr

0 Σχόλια