Recents in Beach

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ: ΘΩΡΑΚΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΜΙΑ ΕΞΟΥΣΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ


 Ο Εισηγητής της Πλειοψηφίας και Βουλευτής Ροδόπης της Νέας Δημοκρατίας Δρ. Ευριπίδης Στ. Στυλιανίδης παρουσίασε τη θέση της κυβερνώσας Παράταξης, την οποία διαμόρφωσε μετά από διαβούλευση με το σύνολο του χώρου της Δικαιοσύνης.


Συναντήθηκε με την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, συμμετείχε στο Συνέδριο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδας συζητώντας τις προτάσεις τους, έλαβε υπόψιν θέσεις από τις Ολομέλειες του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου.


Επίσης, πριν τη διαμόρφωση της πρότασης της η πλειοψηφία μελέτησε συγκεκριμένα διεθνή μοντέλα καθώς και εκθέσεις διεθνών οργανισμών, όπως η GRECO του Συμβουλίου της Ευρώπης, η λειτουργία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Η θέση της Πλειοψηφίας όπως παρουσιάστηκε έχει ως εξής:



ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ 8η ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΣΑΣ ΒΟΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ 89 & 90

 

 του Δρ. Ευριπίδη Στ. Στυλιανίδη

Βουλευτή Ροδόπης Νέας Δημοκρατίας,

Εισηγητή της Πλειοψηφίας στη Συνταγματική Αναθεώρηση του 2026, Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου

 

 

 

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,


Τα άρθρα 89 και 90 παρ. 5 του Συντάγματος αναφέρονται αποκλειστικά στη δικαστική εξουσία επιδιώκοντας να οριοθετήσουν την ανεξαρτησία της αλλά και να ρυθμίσουν τη σχέση της κατά κάποιο τρόπο με τις άλλες εξουσίες.



Άρθρο 89 : ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΣΕ ΔΙΚΑΣΤΕΣ



Η διάκριση των τριών εξουσιών, όπως πρωτοπαρουσιάστηκε ιστορικά από τον Αριστοτέλη με το Περί τας Αρχάς, το Βουλευόμενον και το Δικάζον και επικαιροποιήθηκε από τον Μοντεσκιέ με την Εκτελεστική, τη Νομοθετική και τη Δικαστική Εξουσία, αποτέλεσε διαχρονικά τη βάση της σύγχρονης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.


Οι τρεις Εξουσίες λειτούργησαν συμπληρωματικά αλλά και αλληλοελεγκτικά στη βάση της Αρχής των Ελέγχων και των Ισορροπιών. Η ενίσχυση αυτής της Αρχής απέτρεψε την υπερσυγκέντρωση δύναμης σε ένα κέντρο εξουσίας και αποτέλεσε το θώρακα της σύγχρονη δημοκρατίας, οριοθετώντας έτσι και μια σύγχρονη οριζόντια διάκριση που εμφανίστηκε μεταγενέστερα μεταξύ της αγοράς, της τεχνοκρατίας και της πολιτικής.


Οι δικαστές κατά τη διάρκεια του λειτουργήματος τους, αναπτύσσουν δεξιότητες, συσσωρεύουν εμπειρίες και αποκτούν μοναδικές γνώσεις που συνδυασμένες με το ήθος, την ικανότητα και την εργατικότητά τους καθίστανται πολύτιμες για την εύρυθμη λειτουργία της Πολιτείας. Αυτός ο πλούτος του ανθρώπινου δυναμικού είναι κρίμα να μένει αναξιοποίητος.


Η ανάθεση στους λειτουργούς της δικαιοσύνης διοικητικών καθηκόντων είναι αναμφισβήτητα απολύτως χρήσιμη για την κεφαλαιοποίηση αυτού του κλάδου υπέρ του δημοσίου και του κοινωνικού συμφέροντος. Πρέπει όμως να γίνεται με απόλυτη προσοχή, ώστε να αξιοποιείται μεν η γνώση τους, χωρίς όμως να θολώνει η κόκκινη διαχωριστική γραμμή που πρέπει να διαχωρίζει σταθερά την δικαστική εξουσία από την εκτελεστική και ειδικότερα τη διοίκηση.


Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι δικαστές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγορεύεται να εκπροσωπούν οποιονδήποτε διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου, όπου υπηρέτησαν, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της θητείας τους (cooling-off period). Αυτό είναι δύο έτη για τους δικαστές του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με τον Κανονισμό του ΕΔΔΑ, και τρία έτη για τους δικαστές του ΔΕΕ, σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας του ΔΕΕ.


Στη Γερμανία, σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας για τους δικαστές του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, κατά το πρώτο έτος μετά την αποχώρησή τους, οι δικαστές του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου πρέπει να απέχουν από την άσκηση συμβουλευτικών δραστηριοτήτων, τη σύνταξη γνωμοδοτήσεων και την παράσταση ενώπιον δικαστηρίων σε τομείς του τμήματος που υπηρέτησαν. Επίσης και στη συνέχεια εξακολουθούν να μην μπορούν να εκπροσωπούν κανέναν ενώπιον του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου.


Για το λόγο αυτό η Νέα Δημοκρατία στο άρθρο 89 προτείνει η ανάθεση ειδικών διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς να γίνεται μόνο με απόφαση της Βουλής και με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος.


Η δυνατότητα αυτή αυστηροποιείται για τους αφυπηρετήσαντες δικαστές, ώστε να μη δελεάζονται κατά τα τελευταία χρόνια της δικαστικής τους καριέρας με την υπόσχεση υψηλών πολιτικών, θεσμικών ή διοικητικών θέσεων από την εκάστοτε κυβέρνηση και έτσι να παραμένουν ανεξάρτητοι ως την τελευταία μέρα στη δικανική τους κρίση.


Για το λόγο αυτό η Νέα Δημοκρατία στο άρθρο 89 προτείνει επίσης να μην επιτρέπεται η συμμετοχή των δικαστών με οποιαδήποτε ιδιότητα στην Κυβέρνηση ή η τοποθέτηση τους σε Ανεξάρτητες Αρχές για τρία τουλάχιστον χρόνια από την αφυπηρέτηση τους. Αυτός είναι και ένας εύλογος χρόνος αποστασιοποίησης που μας επιτρέπει να κεφαλαιοποιήσουμε ως κράτος την εμπειρία τους, χωρίς όμως να διακινδυνεύσουμε την ανεξαρτησία τους.



Άρθρο 90 παρ. 5 : ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ


 

Οι δικαστικοί λειτουργοί στην Ελλάδα περιβάλλονται με υψηλές εγγυήσεις προσωπικής ανεξαρτησίας έναντι της εκτελεστικής λειτουργίας.


Το άρθρο 90 παρ. 1 έως 4 Σ ορίζει ότι οι μεταβολές στην υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών (προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις) αποφασίζονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται αποκλειστικά από δικαστές, χωρίς την παρέμβαση της Εκτελεστικής Εξουσίας.


Η πρόβλεψη αυτή καθιερώθηκε ήδη από το Σύνταγμα του 1911 στο άρθρο 90 και επαναλήφθηκε στα Συντάγματα του 1927 , 1954 και του 1975.


Εξαίρεση συνιστούν, σύμφωνα με το άρθρο 90 παρ. 5 Σ, οι προαγωγές στις θέσεις των ανώτατων δικαστών που ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου Ανώτατου Δικαστηρίου.


Το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφαση 1304/2019 έχει κρίνει ότι το άρθρο 90 παρ. 5 Σ παρέχει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια στο Υπουργικό Συμβούλιο προς επιλογή των Προέδρων και των Αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων και ότι αυτό λειτουργεί ως ΑΝΤΙΒΑΡΟ των συνταγματικών εγγυήσεων της δικαστικής ανεξαρτησίας. Έτσι, αποκαθίσταται σημείο επαφής μεταξύ της δικαστικής λειτουργίας και της λαϊκής κυριαρχίας μέσω της Κυβέρνησης, η οποία διαθέτει δημοκρατική νομιμοποίηση.

 


Για την επιλογή ηγεσίας στη Δικαιοσύνη κατά το άρθρο 90 παρ. 5 είναι βέβαιο ότι χρειάζεται πιο ουσιαστική συμμετοχή των δικαστών και μια πρόσθετη θωράκιση της ανεξαρτησίας τους.

Προσωπικά όμως πιστεύω ότι καμία εξουσία δεν μπορεί να είναι απόλυτη και αυτεξούσια, διότι αυτό θα τίναζε στον αέρα την Αρχή των Ελέγχων και των Ισορροπιών.


Όπως η κυβέρνηση λογοδοτεί στη Βουλή και η Βουλή λογοδοτεί στο Λαό, έτσι θα πρέπει και η Δικαιοσύνη να λογοδοτεί κάπου, χωρίς όμως αυτό να επηρεάζει την επί της ουσίας κρίση της.


Εδώ θα μου επιτρέψετε θα θέσω και κάποια ζητήματα προς προβληματισμό πχ.


  • Πως βλέπετε το Θεσμό του Μισθοδικείου; Ένας κλάδος να ορίζει μόνος το μισθό του και περιέργως όταν όλοι την περίοδο της οικονομικής κρίσης υφίστανται περικοπές, αυτός να παίρνει αναδρομικά και αυξήσεις, χωρίς κανένας στο Κοινοβούλιο ή τα ΜΜΕ να τολμά να μιλά γι’ αυτό;


  • Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι τα ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ των δικαστών δεν δημοσιοποιούνται παρά την ύπαρξη σχετικής νομοθεσίας, ενώ των Βουλευτών δημοσιοποιούνται και μάλιστα με στρεβλό τρόπο; Δεν ερωτάται κάποιος με πόσα χρήματα μπήκε και με πόσα έφυγε από την εξουσία, ώστε να πρέπει δικαιολογήσει τη διαφορά. Δεν αξιολογείται επίσης η αντικειμενική και εμπορική αξία των ακινήτων που δηλώνονται ή των τίτλων, αλλά απλώς αριθμούνται για λόγους εντυπώσεων.


  • Πώς αντιμετωπίζετε το ενδεχόμενο ενός ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ με συγκεκριμένες αρμοδιότητες και σύνθεση που δεν θα αποτελείται μόνο από δικαστές, αλλά και από άλλες διαπρεπείς προσωπικότητες και γιατί αντιδρά σε αυτό πάντα επίμονα το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώ ως θεσμός υπάρχει σε όλα σχεδόν τα Ευρωπαϊκά ή καλύτερα τα δημοκρατικά κράτη;



Η οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική απόφαση για την επιλογή στην ηγεσία της δικαιοσύνης, πρέπει να ισορροπεί ανάμεσα σε δύο επιδιώξεις: Πρώτον στην ενίσχυση της Ανεξαρτησίας στη λειτουργία της και δεύτερον στη δημοκρατική λογοδοσία προς κάποια άλλη εξουσία, την Κυβέρνηση ή το Κοινοβούλιο που διαθέτει άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση, ώστε να μην οδηγηθούμε σε «κράτος δικαστών».


Η διεθνής εμπειρία μας διδάσκει. Στη Γαλλία, σύμφωνα με το άρθρο 13 του γαλλικού Συντάγματος και τον κώδικα διοικητικής δικαιοσύνης, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας διορίζεται με Προεδρικό Διάταγμα, κατόπιν πρότασης του Υπουργικού Συμβουλίου και εισήγησης του Υπουργού Δικαιοσύνης.

Στη Γερμανία το άρθρο 95 του Θεμελιώδους Νόμου προβλέπει ότι οι δικαστές των ανώτατων δικαστηρίων επιλέγονται με σύμπραξη της κυβέρνησης και του κοινοβουλίου.

 

Στην Ελλάδα η αναγκαιότητα Συνταγματικής μεταρρύθμισης γεννήθηκε κυρίως την περίοδο της οικονομικής κρίσης κατά την οποία κλονίστηκε συνολικά η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και το κράτος δικαίου. Δημιουργήθηκε η εντύπωση, ότι μέσω της επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων η Κυβέρνηση μπορεί να επηρεάζει τους δικαστές και τις αποφάσεις που εκδίδουν.


Επιπλέον, το ζήτημα της επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων έχει επισημανθεί και από διεθνή όργανα. Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου το 2023, αλλά και των προηγούμενων ετών, καλούσε την ελληνική κυβέρνηση να λάβει μέτρα για να αντιμετωπίσει την ανάγκη συμμετοχής της δικαστικής εξουσίας στον διορισμό των ανώτατων δικαστηρίων λαμβάνοντας υπόψη τα ευρωπαϊκά πρότυπα για τους διορισμούς δικαστών.


Επίσης, στην έκθεση συμμόρφωσης για την Ελλάδα που υιοθετήθηκε το 2017, η Ομάδα Κρατών κατά της Διαφθοράς του Συμβουλίου της Ευρώπης (GRECO) έχει συστήσει την αναθεώρηση της μεθόδου επιλογής για τις ανώτατες θέσεις δικαστών και εισαγγελέων, ώστε να συμμετέχουν οι συνάδελφοι τους στη διαδικασία.

 


Η συμμέτοχη του δικαστικού σώματος στην επιλογή της ηγεσίας αποτελεί έκφραση ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Τα μέλη των ανωτάτων δικαστηρίων έχουν άμεση γνώση των δικαστικών λειτουργών που είναι υποψήφιοι για τις θέσεις. Διατυπώνονται όμως έντονες και επιφυλάξεις για την εσωτερική διαδικασία επιλογής της ηγεσίας αποκλειστικά από το δικαστικό σώμα. Προβάλλεται το ενδεχόμενο στεγανοποίησης της δικαιοσύνης απέναντι στην κοινωνία, ίσως και υπονόμευση της εσωτερικής δικαστικής ανεξαρτησίας με την εμφάνιση φαινομένων φατριασμού και ψηφοθηρίας.

 


Η αναζήτηση μιας χρυσής ισορροπίας επιδιώχθηκε και στο παρελθόν μέσα από την ενίσχυση της συμμετοχής των δικαστικών λειτουργών. Με την Αναθεώρηση του 2001 τέθηκε ανώτατο χρονικό όριο παραμονής στη θέση του προέδρου ανωτάτου δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τα 4 έτη.


Με τον ν. 3841/2010 θεσπίστηκε γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής για την επιλογή των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων, που διατυπώνεται επί καταλόγου προεπιλεγέντων από τον Υπουργό Δικαιοσύνης προσώπων, μετά από ακρόαση τους.


Το μεγάλο βήμα έγινε με τον ν. 5123/2024 που προβλέπει τη διατύπωση γνώμης για την επιλογή των Προέδρων προς το Υπουργικό Συμβούλιο, κατόπιν σχετικής μυστικής ψηφοφορίας μεταξύ των μελών τους, η οποία περιέχει το αποτέλεσμα μυστικής ψηφοφορίας με συμμετοχή όλων των μελών της Ολομέλειας του οικείου Ανώτατου Δικαστηρίου για την πλήρωση των θέσεων των Προεδρείων. Την τελική απόφαση όμως για τις σχετικές επιλογές εξακολουθεί να λαμβάνει το Υπουργικό Συμβούλιο.

 

Έχοντας μελετήσει όλα τα προηγούμενα θεσμικά βήματα, τη διεθνή εμπειρία καθώς και τις υποδείξεις των διεθνών οργανισμών, η Νέα Δημοκρατία προτείνει: Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ εξουσία να λειτουργεί ανεξάρτητα, να αυτοαξιολογείται εσωτερικά και στα υψηλά τα κλιμάκια να αξιολογείται από την Κυβέρνηση. Οι προαγωγές στις θέσεις των Ανώτατων Δικαστών να γίνονται ΟΧΙ πλέον από την Κυβέρνηση αλλά από Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή, όπως η Επιτροπή Θεσμών, υποχρεωτικά όμως από δεσμευτικό κατάλογο τριών προσώπων για κάθε θέση που θα έχουν επιλέξει να προτείνουν οι οικίες Ολομέλειες.


Η μετάθεση της απόφασης για την επιλογή της ηγεσίας από την εκτελεστική στη νομοθετική εξουσία, παρέχει ευρύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση, σύμφωνα με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, διότι η πλειοψηφία της Επιτροπής δεν είναι πάντα βέβαιο ότι θα είναι μονοκομματική, ενώ η συμμετοχή δικαστών ενισχύει την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας. Κατ’αυτόν τον τρόπο η σύμπραξη νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο στο πλαίσιο των ελέγχων και των ισορροπιών.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">
script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">