Αίσθηση έκανε ο ο θεσμικός και δυναμικός τρόπος με τον οποίο ο Βουλευτής Ροδόπης, Ευριπιδης Στυλιανιδης, προσπάθησε να δεσμεύσει την εκάστοτε Κυβέρνηση να σεβαστεί τις ακριτικές και αγροτικές περιοχές ως εισηγητής της πλειοψηφίας στην αναθεώρηση του Συντάγματος. Τόνισε τη σημασία που έχει η ισότιμη πρόσβαση όλης της Ελληνικής περιφέρειας στα δημόσια αγαθά αλλά και ο πρωτογενής τομέας για μια εθνική στρατηγική διατροφικής ασφάλειας.
Παράλληλα, ο Εισηγητής της Πλειοψηφίας, οριοθέτησε γλαφυρά το ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν οι Ανεξάρτητες Αρχές για τη διασφάλιση του συμπληρωματικού και αλληλοελεγκτικού ρόλου των χώρων της αγοράς, της τεχνοκρατίας και της πολιτικής προσδιορίζοντας την ως νέα Οριζόντια Διάκριση των Εξουσιών.
Συγκεκριμένα ο Ευριπίδης Στυλιανίδης τόνισε:
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ 10η ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΣΑΣ ΒΟΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ 101 παρ. 3 & 5 ΚΑΙ 101 Α
του Δρ. Ευριπίδη Στ. Στυλιανίδη
Βουλευτή Ροδόπης Νέας Δημοκρατίας,
Εισηγητή της Πλειοψηφίας στη Συνταγματική Αναθεώρηση του 2026, Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου
Κύριε Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Άρθρο 101 παρ. 3 & 5 : ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
Στο άρθρο 101 παρ. 1 θεσπίζονται οι αρχές της συνέχειας και της ενότητας του Κράτους που εξυπηρετούνταν στο παρελθόν από τους διορισµένους από την κυβέρνηση κρατικούς Νοµάρχες,
οι οποίοι είχαν την ευθύνη της εποπτείας και του συντονισµού των δηµοσίων υπηρεσιών στην ελληνική περιφέρεια καθώς και της λογοδοσίας στην κεντρική Κυβέρνηση. Αυτό είχε νόηµα, διότι στις διοικητικές αποφάσεις του διορισµένου Νοµάρχη δεν µπορούσε να επιδράσει καταλυτικά το πολιτικό κόστος. Παράγοντες επιρροής, αντίθετα, ήταν η αποτελεσµατική υλοποίηση του κυβερνητικού προγράµµατος και ο συντονισµός και η στήριξη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Το σύστηµα µετεξελίχθηκε µετά τη θέσπιση της αιρετής αυτοδιοίκησης δεύτερου βαθµού.
Το κέντρο βάρους των αρµοδιοτήτων έγειρε υπέρ της αυτοδιοίκησης, δηλαδή, υπέρ των Δηµάρχων και των αιρετών πλέον Περιφερειαρχών. Παρόλα αυτά, το Σύνταγµα στο άρθρο 101 παρ. 1, εξακολουθεί να κατοχυρώνει το αποκεντρωτικό σύστηµα οργάνωσης της διοίκησης, ώστε να προστατεύσει την Αρχή της συνέχειας του Κράτους που λειτουργεί παράλληλα, συµπληρωµατικά και αλληλοελεγκτικά µε την Αυτοδιοίκηση.
Το αποκεντρωτικό κρατικό σύστηµα καθιερώθηκε ήδη στο Σύνταγµα του 1927 στο άρθρο 108 και έκτοτε υιοθετήθηκε από όλα τα Συντάγµατα που ακολούθησαν. Σύµφωνα µε το άρθρο 6 του ν. 3852/2010 (Πρόγραµµα Καλλικράτης), ενιαίες µονάδες των αποκεντρωµένων υπηρεσιών του κράτους αποτελούν οι 7 Αποκεντρωµένες Διοικήσεις. Αυτές ασκούν τη γενική αποφασιστική αρµοδιότητα στις κρατικές υποθέσεις της περιφέρειας τους, ενώ τα κεντρικά όργανα διατηρούν τη γενική κατεύθυνση, το συντονισµό και τον έλεγχο νοµιµότητας των πράξεων των Αποκεντρωµένων.
Το Σύνταγµα μέχρι σήμερα δεν επιτρέπει την κατάργηση των περιφερειακών οργάνων του Κράτους, ούτε τη µεταφορά των εκτελεστικών αρµοδιοτήτων τους σε όργανα της αιρετής Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Παρότι ο ελεγκτικός ρόλος της Αποκεντρωμένης Διοίκησης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, δεν είναι πάντα αυτονόητο, ότι η αποκέντρωση των αποφάσεων διευκολύνει και δεν περιπλέκει περαιτέρω τη λειτουργία του κράτους, αυξάνοντας την γραφειοκρατία και την καθυστέρηση λόγω διαφωνιών μεταξύ κεντρικής και αποκεντρωμένης διοίκησης ή μεταξύ αποκεντρωμένων διοικήσεων και εκλεγμένων Περιφερειών ή Δήμων.
Το ερώτημα που τίθεται προς προβληματισμό είναι αν η κατάργηση του τεκμηρίου αρμοδιότητας υπέρ των Αποκεντρωμένων θα διευκολύνει ή θα περιπλέξει την κατάσταση;
Ενδεχομένως κάποιες αρμοδιότητες θα μπορούσαν να περάσουν στις αιρετές Περιφέρειες και η εφαρμογή αποκεντρωμένου συστήματος να γίνεται με ύπαρξη αποκεντρωμένης κρατικής δομής ή αποκεντρωμένων υπηρεσιών των Υπουργείων και άλλων φορέων του δημοσίου.
Η διεθνής τάση είναι οι ελεγκτικές αρμοδιότητες, δηλαδή ο έλεγχος νομιμότητας να γίνεται από ένα ανεξάρτητο καθαρά δικαστικό ή ελεγκτικό όργανο πχ. Επόπτης Νομιμότητας, ώστε το κράτος να είναι πιο ευέλικτο.
Γι’ αυτό στο ίδιο αυτό άρθρο προτείνουμε και τη θεσμοθέτηση των βασικών αρχών της χρηστής διοίκησης, της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της αξιοκρατίας. Παράλληλα τη συνταγματική κατοχύρωση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας.
Το άρθρο 101 παρ. 4 ξεκαθαρίζει ότι : «Ο κοινός νομοθέτης και η Διοίκηση, όταν δρουν κανονιστικά, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών και ορεινών περιοχών, μεριμνώντας για την ανάπτυξή τους»
Αυτό είναι πρόταση που εισηγήθηκε και επέτυχε η Νέα Δηµοκρατία τόσο σε Ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε εθνικό επίπεδο στην Αναθεώρηση του 2008.
Η ιδιαιτερότητα των νησιωτικών και ορεινών περιοχών και των ακριτικών προσθέτω στο άρθρο 106 Σ, που προκύπτει και από τη σχετική γεωγραφική και διοικητική αποµόνωσή τους, προκαλεί αυξηµένο κόστος µεταφορών και ατελή πρόσβαση στις αγορές και στις δηµόσιες υπηρεσίες.
Την ιδιαιτερότητα αυτή η Νέα Δηµοκρατία αγωνίστηκε και πέτυχε να την αναδείξει από το 2003 στη Συνέλευση για το Μέλλον της Ευρώπης υπό τον Valéry Giscard d'Estaing. Ως εκπρόσωποι τότε του Ελληνικού Κοινοβουλίου η αείμνηστη Μαριέττα Γιαννάκου και ο ομιλών δώσαμε επίμονη µάχη και πετύχαμε να αναγνωριστεί κατά τη συζήτηση για το Σχέδιο Ευρωπαϊκού Συντάγµατος, µε αποτέλεσµα αργότερα να υιοθετηθεί και στο άρθρο 174 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αναφορά του άρθρου 106 παρ. 1 του Συντάγματος συμπληρώνει και επιβεβαιώνει την επιμονή μας: «1. Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. Λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, από την ατμόσφαιρα και τα υπόγεια ή υποθαλάσσια κοιτάσματα, για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών.»
Αναφορικά µε τη λειτουργία της διοίκησης, ο κοινός νοµοθέτης έχει προβλέψει τη δηµιουργία νησιωτικών και ορεινών Δήµων µε το ν. 3852/2010 (Πρόγραµµα Καλλικράτης), στους οποίους µετέφερε αρµοδιότητες των καταργηθέντων νοµαρχιακών αυτοδιοικήσεων µε τα άρθρα 94 και 209, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 4 του ν. 4071/2012.
Τέλος, αναφορικά µε την παροχή κινήτρων, ο κοινός νοµοθέτης έχει ήδη θεσπίσει κίνητρα σε δηµοσίους υπαλλήλους σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές µε το άρθρο 8 του ν. 4440/2016 για τη µετάταξη ή απόσπαση υπαλλήλων σε υπηρεσίες αποµακρυσµένων - παραµεθόριων και ορεινών - νησιωτικών Ο.Τ.Α. α’ βαθµού, καθώς και µε το άρθρο 32 του ν. 4483/2017, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 349 του ν. 4512/2018, για παροχή δωρεάν σίτισης και κατάλληλου καταλύµατος διαµονής στους ιατρούς και νοσηλευτές του Κέντρου Υγείας και των δηµόσιων νοσοκοµείων, το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνοµίας, του Λιµενικού Σώµατος, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, του Ε.Κ.Α.Β. και τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς σε ορεινούς και νησιωτικούς δήµους. Τέτοιες πολιτικές συνεχίζονται και σήμερα πχ εντοπιότητα στην πρόσληψη συνοριοφυλάκων στη Θράκη.
Oι τελευταίες απανωτές κρίσεις που αντιμετώπισε η Ελλάδα, η οικονομική, η υγειονομική, η ενεργειακή, η μεταναστευτική, η πληθωριστική και φυσικά η εθνική, οδήγησαν στην όξυνση του δημογραφικού ζητήματος ιδίως στην Ελληνική περιφέρεια και στις ακριτικές περιοχές, με τραγικές επιπτώσεις σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Αυτό μας υποχρεώνει να δράσουμε θεσμικά αλλά και πολιτικά, άμεσα και δυναμικά.
Για τους λόγους αυτούς η Νέα Δημοκρατία προτείνει εκτός των άλλων, στο άρθρο 101 να προστεθεί παράγραφος 5 που θα αναφέρεται ρητά στην «Μέριμνα της Ελληνικής Πολιτείας για τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα- στο πλαίσιο μια εθνικής στρατηγικής διατροφικής αυτάρκειας - και την ανάπτυξη της ελληνικής περιφέρειας, ώστε να εξασφαλίζεται ίση πρόσβαση σε δημόσια αγαθά σε όλη την επικράτεια.
Άρθρο 101 Α : ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ
Οι Ανεξάρτητες Αρχές εµφανίστηκαν ως φαινόµενο στις ΗΠΑ και µεταφέρθηκαν µε καθυστέρηση στην Ευρώπη. Θα µπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αποτελούν τη θεσµική οµολογία της ανεπάρκειας του πολιτικού συστήµατος να διαχειριστεί από µόνο του την αναγκαιότητα µιας νέας οριζόντιας αυτή τη φορά διάκρισης των εξουσιών, τη διάκριση µεταξύ Αγοράς, Τεχνοκρατίας και Πολιτικής.
Αν καθένας από τους χώρους αυτούς αφεθεί να δράσει µόνος του και ανεξέλεγκτα, εµφανίζει την τάση να επιβάλλεται επί των άλλων. Συγκεκριµένα, αν αφεθεί η Πολιτική να ελέγξει την Αγορά, θα οδηγηθούµε σε ένα κρατικό-παρεµβατικό µοντέλο, αντίστοιχο αυτού που απέτυχε στη Σοβιετική Ένωση προσβάλλοντας ακόµα και τις ατοµικές ελευθερίες.
Αν αφεθεί η Τεχνοκρατία να ελέγξει την Πολιτική, τότε κινδυνεύουµε να οδηγηθούµε σε ένα ανεφάρµοστο ορθολογισµό, που συχνά δεν έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί τις αντοχές ή τις επιθυµίες της κοινωνίας, µετατρέποντας τη Δηµοκρατία σε καθεστώς των ειδικών, αυτών που οι Γερµανοί αποκαλούν «Fachidioten », δηλαδή σε «κράτος των εξειδικευµένων ηλίθιων».
Τέλος, αν αφεθεί η Αγορά να ελέγξει την Πολιτική, τότε κινδυνεύουµε να οδηγηθούµε στην απόλυτη διαπλοκή, όπου η ισχύς συγκεκριµένων συµφερόντων θα πολλαπλασιάζεται άπληστα µε κατά παραγγελία νοµοσχέδια σε βάρος του κοινωνικού συνόλου και εν τέλει της ίδιας της Δηµοκρατίας.
Οι ανεξάρτητες αρχές έρχονται να εδραιώσουν αυτήν ακριβώς τη νέα οριζόντια διάκριση των εξουσιών προσδιορίζοντας δυναµικά, αλλά µε ακρίβεια το συµπληρωµατικό και αλληλοελεγκτικό ρόλο των τριών διαφορετικών χώρων της Αγοράς, της Τεχνοκρατίας και της Πολιτικής.
Σταδιακά, λοιπόν, µε τη λειτουργία και τις αποφάσεις τους ξεκαθαρίζουν ότι :
(α) η Αγορά παράγει πλούτο και δηµιουργεί θέσεις εργασίας απενοχοποιώντας τις έννοιες της «φιλοδοξίας» και του «κέρδους» ως κινητήριες δυνάµεις δηµιουργίας του ανθρώπου, αρκεί το ατοµικό κέρδος να διέρχεται µέσα από το δηµόσιο, το κοινωνικό και το εθνικό συµφέρον και να υπακούει σε κανόνες,
(β) η Τεχνοκρατία συνεισφέρει στους άλλους χώρους φρέσκια γνώση και σύγχρονη πληροφόρηση, αλλά χωρίς να τους υποκαθιστά στη λειτουργία τους, και
(γ) η Πολιτική θέτει τους κανόνες, εποπτεύει την εφαρµογή τους και οριοθετεί νένα κοινό εθνικό ή κοινωνικό όραµα, µία στρατηγική µέσα στην οποία θα χωράει το µικρό όνειρο της κάθε οικογένειας,
της κάθε επιχείρησης, του κάθε πολίτη, του κάθε ανθρώπου.
Οι Ανεξάρτητες Αρχές, λοιπόν, δεν είναι δυνατόν να θεωρούνται θεσµικά αντίβαρα που λειτουργούν αντιπλειοψηφικά στο πλαίσιο της αρχής των ελέγχων και ισορροπιών του πολιτεύµατος. Αντίθετα, πρέπει να λειτουργούν ως εγγυήσεις για ένα δικαιοκρατικό, δηµοκρατικό και πλουραλιστικό πολίτευµα µέσα από την προστασία της αυτονοµίας της πολιτικής έναντι της υπερσυγκέντρωσης οικονοµικής, επικοινωνιακής και εν τέλει πολιτικής επιρροής.
Όπως στην παραδοσιακή διάκριση σε νοµοθετική, δικαστική και εκτελεστική εξουσία ενυπάρχουν ως αντίβαρα ο δικαστικός έλεγχος αντισυνταγµατικότητας, ο κοινοβουλευτικός έλεγχος, η δυνατότητα διάλυσης της Βουλής κλπ., έτσι πρέπει να λειτουργούν και οι ανεξάρτητες αρχές, όχι ως αντίβαρα στον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύµατος, αλλά ως αντίβαρα της σχέσης Αγοράς, Τεχνοκρατίας και Πολιτικής στο πλαίσιο αυτής της νέας οριζόντιας διάκρισης εξουσιών.
Υπό αυτό το πρίσµα οι Ανεξάρτητες Αρχές µπορούν να διακριθούν τυπολογικά σε 4 κατηγορίες:
Η πρώτη κατηγορία περιλαµβάνει τις αρχές που λειτουργούν ως θεσµικές εγγυήσεις για την αποτελεσµατικότερη προστασία συγκεκριµένων ατοµικών δικαιωµάτων, όπως η Αρχή Προστασίας Δεδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα του άρθρου 9Α του Συντάγµατος και η Αρχή Προστασίας του Απορρήτου των Τηλεπικοινωνιών του άρθρου 19 παρ. 2 του Συντάγµατος.
Η δεύτερη κατηγορία περιλαµβάνει τις αρχές που ασκούν εποπτεία σε µεγάλους τοµείς ή στο σύνολο της δηµόσιας διοίκησης, ιδιαίτερα ως προς το δικαίωµα του αναφέρεσθαι στο άρθρο 10 παρ. 1 του Συντάγµατος, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη του άρθρου 103 παρ. 9 του Συντάγµατος, καθώς και την πρόσληψη δηµοσίων υπαλλήλων στο άρθρο 103 του Συντάγµατος, όπως το Ανώτατο Συµβούλιο Επιλογής Προσωπικού του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγµατος.
Η τρίτη κατηγορία περιλαµβάνει ανεξάρτητα όργανα που ασκούν αρµοδιότητες σχετικές µε τη λειτουργία της αγοράς συνολικά ή ειδικών τοµέων της, όπως µεταξύ άλλων η Επιτροπή Ανταγωνισµού, η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδροµείων και η Ρυθµιστική Αρχή Ενέργειας. Οι αρχές αυτές δεν προβλέπονται από το Σύνταγµα, αλλά από το νόµο και αναφέρονται κυρίως στην οικονοµική λειτουργία του κράτους και την οικονοµική ελευθερία, ενώ επηρεάζονται και από το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Κρίσιµη είναι η τέταρτη κατηγορία µικτών ως προς το αντικείµενο τους αρχών, που συνδυάζουν χαρακτηριστικά των τριών προηγούµενων κατηγοριών, όπως το Εθνικό Συµβούλιο Ραδιοτηλεόρασης του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγµατος, το οποίο εγγυάται δικαιώµατα, ασκεί εποπτεία και διαθέτει αποφασιστικές αρµοδιότητες.
Οι Ανεξάρτητες Αρχές είναι χρήσιµες ιδίως, όταν εγγυώνται δικαιώµατα, τα οποία στην περίπτωση αυτή πρέπει να κατοχυρώνονται συνταγµατικά και όταν επιδιώκουν περισσότερη διαφάνεια στη λειτουργία της διοίκησης, όπερ και πρέπει να αποτυπώνεται µε σχετικές ρυθµίσεις στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Αντίθετα, όταν συνιστούν εκδήλωση αδυναµίας του πολιτικού συστήµατος να αναλάβει τις ευθύνες του, το οποίο προσπαθεί να τις µετακυλήσει στους ώµους µη πολιτικών προσώπων, η σύσταση τους πρέπει να είναι φειδωλή.
Τη σχέση των Ανεξάρτητων Αρχών µε τη Βουλή ρυθµίζει το ίδιο το Σύνταγµα στο άρθρο 101Α παρ. 3 που εκτός από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο παραπέµπει και στον Κανονισµό της Βουλής. Ο έλεγχος προκαλείται από τον Υπουργό ή µε απευθείας ακροάσεις σύµφωνα µε το άρθρο 66 επ. του Συντάγµατος και άρθρα 138Α και 43Α παρ. 2 περ. β΄ Κανονισµού της Βουλής.
Η κοινοβουλευτική λογοδοσία των Ανεξάρτητων Αρχών και ο κοινοβουλευτικός τους έλεγχος εγγυάται το συµπληρωµατικό τους ρόλο, διευκολύνει τη Βουλή στο έργο της, ενδυναµώνει τη δηµοκρατική τους νοµιµοποίηση και ενισχύει την αποτελεσµατικότητά τους µέσα από την υποχρέωση κοινοβουλευτικής λογοδοσίας µε εκθέσεις, ακροάσεις κλπ.
Η συγκρότηση και λειτουργία των Ανεξάρτητων Αρχών που προβλέπονται στο Σύνταγµα ρυθµίζεται στο άρθρο 101Α παρ. 2 του Συντάγµατος. Η πρόβλεψη για επιδίωξη οµοφωνίας ή πάντως αυξηµένης πλειοψηφίας των τεσσάρων πέµπτων της διάσκεψης των προέδρων που ίσχυε πριν την Αναθεώρηση του 2019 οδήγησε σε δυσκολία ή και αδυναµία συγκρότησης Ανεξάρτητων Αρχών.
Αυτό αντιµετωπίστηκε τότε προσωρινά, σύµφωνα µε άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 3051/2002, όπως τροποποιήθηκε από το ν. 4055/2012, µε το να παρατείνεται αυτοδικαίως µέχρι έξι µήνες η θητεία των µελών της Ανεξάρτητης Αρχής στην περίπτωση που κάποια µέλη εκλείψουν ή αποχωρήσουν ή και περισσότερο, όταν δεν υπάρχει δυνατότητα σχηµατισµού απαρτίας. Το ΣτΕ, εντούτοις, µε την απόφαση 3515/2013 επέτρεψε την παράταση λειτουργίας των Ανεξάρτητων Αρχών µέχρι την ανάδειξη νέων µελών µόνο, όµως, για εύλογο χρόνο που κρίνεται κατά τις περιστάσεις.
Η Νέα Δηµοκρατία αντιμετώπισε το πρόβληµα που ανέκυψε στην πράξη αφήνοντας ακέφαλες Ανεξάρτητες Αρχές με την Αναθεώρηση του άρθρου 101 Α παρ 2 το 2019.
Για να διευκολύνει τη διαδικασία της αλλαγής, αντικατέστησε την οµοφωνία και την ενισχυµένη πλειοψηφία των 4/5 µε τα 3/5 της Διάσκεψης των Πρόεδρων και θεσμοθέτησε την παράταση της θητείας έως το διορισµό νέων µελών. Έτσι, κατέστησε ευκολότερη τη στελέχωσή των Ανεξάρτητων Αρχών, χωρίς να χάνεται ο υπερκοµµατικός και ανεξάρτητος χαρακτήρας τους, αλλά και χωρίς να ανακύπτει θεσµικό κενό από την αδυναµία συγκρότησής τους.
Παράλληλα προστάτευσε το κύρος της εκάστοτε Ανεξάρτητης Αρχής από µικροκοµµατικές σκοπιµότητες, που µπορεί να εµποδίζουν την αντικατάσταση των µελών της και διασφάλισε τη συνεχή και αδιατάρακτη λειτουργία των Ανεξάρτητων Αρχών, στις οποίες έχουν ανατεθεί σηµαντικές αρµοδιότητες για την προστασία των ατοµικών ελευθεριών και τη λειτουργία του δηµοκρατικού πολιτεύµατος.
Στο διάστημα που μεσολάβησε από το 2019 έως σήμερα, αντιμετωπίστηκε μεν σε σημαντικό βαθμό η αδυναμία ανάδειξης νέων διοικήσεων των Ανεξάρτητων Αρχών, αμφισβητήθηκαν όμως έντονα από την Αντιπολίτευση τα κριτήρια επιλογής των προσώπων. Για να θεραπευθεί θεσμικά και αυτή η αδυναμία, η Νέα Δημοκρατία επαναπροσδιορίζει τον τρόπο επιλογής των διοικήσεων προτείνοντας:
«Η επιλογή Προέδρων και Μελών Ανεξάρτητων Αρχών από κοινοβουλευτική επιτροπή να γίνεται από κατάλογο τριών υποψηφίων που προτείνονται από Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων μετά από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Στο Συμβούλιο συμμετέχουν ex officio ο Διοικητής της Εθνική Αρχή Διαφάνειας, ο Πρόεδρος του ΑΣΕΠ, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, ο πρόεδρος του Συλλογικού οργάνου δημοσίων Πανεπιστημίων της χώρας (Σύνοδος Πρυτάνεων) και ο επικεφαλής του συλλογικού οργάνου που εκπροσωπεί τους ΟΤΑ Α’ ή Β’ βαθμού (ΚΕΔΕ ή ΕΝΠΕ).»
.jpg)
0 Σχόλια