Στα μάτια σου τα δακρυσμένα. ημέρωσε η αστραπή… Κι η Παναγιά είναι που βάζει, της λευτεριάς υπογραφή…
Ελεύθερη η ψυχή σου, ανέβηκε δυο ανηφόρες… Αθάνατοι οι ήρωές σου κι οι μνήμες λαμπροφόρες…
Γλυκό απομεσήμερο, ροδόπεπλη αυγή… Φιλούν και χαιρετίζουν, την άγια σου τη γη…
Ποιοι σου μάτωσαν τη μνήμη, που χρόνια την καρδιά κεντά κι όμηρο μέσα στη γη σου, σε θελήσαν και βορά;
Το χέρι σου το πληγωμένο, την Παναγιά ζυγώνει… Κι απ’ τη σκλαβιά την άνομη, Εκείνη σε λυτρώνει…
Δεν την ανέχτηκες ποτέ, του δράκοντα τη μαχαιριά… Και στων πλεγμάτων τη σκουριά, ύψωσες, έσφιξες γροθιά…
Αλυσοδεμένη σ’ ένα στενό κελί, σ’ έριξαν εχθροί σκληροί… μα εσύ ανασκιρτάς σαν άνοιξη κι αυγή, σπάζεις τις αλυσίδες σου μ’ ελεύθερη φωνή…
Με νερό λευτεριάς, ξεδιψάς τον διωγμό… Λυτρωμένη του στέλνεις, πάλλευκο χαιρετισμό…
Αχώρητή μου μνήμη, ταξίδι ονειρεμένο… Μέρος μου, λάβαρο ιερό και χιλιοδοξασμένο…
Καλοκαίρια σαν στρατώνες και οι πόλεις σου πιο μόνες… να γυρεύουνε την άνοιξη, μα να βρίσκουνε χειμώνες…
Δεν ανέχτηκες τόσα χέρια εχθρικά, τόσα χέρια ξένα, στα χώματά σου τα ιερά, τα μέρη τα “ξενιτεμένα”…
Μου μιλάς για το δάκρυ σου, που το πήρε τ’ αγέρι… και τους δράκους τους άγριους, που σου ’στήσαν καρτέρι…
Με μειδίαμα πίκρας, ξέρω πως τριγυρνάς… σε χαρές και γωνιές σου, που ποτέ δεν ξεχνάς…
Όμηρος μες τη γη σου… μα απ’ το πρώτο μπαλκόνι, φτερουγίζει γλυκά, λευτεριάς χελιδόνι…
Των ηρώων σου η γη, θρίαμβος περικλεής… Τόσα χρόνια τον ποτίζει, σταλαματιά υπομονής…
Ξεθάρρεψε το γέλιο σου, ξεψύχησε το “βόλι”… Ξαγνάντευες, ξανάσαινες, με την ψυχή σου όλη…
Δεν αλλάζει η ιστορία, τη σελίδα τη χρυσή… Και πεσμένη σε σηκώνει, με του δίκιου το σπαθί…
Σκλάβα σ’ έσυραν στ’ αγκάθια, με δρεπάνια σκοτεινά… μα η Παναγιά κοιτάζει και διατάζει από ψηλά…
Κοντά του χρόνου το σινιάλο, μόνο νίκη τραγουδά… Ατσαλώνει τα φτερά σου και τα πλέγματα σκορπά…
Σιγοβρέχει στα σοκάκια, και στα σπίτια τα κλειστά… Ο αγέρας ως κι οι πέτρες, λαχταρούν τη λευτεριά…
Μάτωσε ο ήλιος το πρωί κι ο κήπος σου ανοιχτή πληγή… γερμένη μου αχνότρεμες, σε χάραξε σκλαβιάς γυαλί…
Νοσταλγικά μου χώματα, κυνηγημένα, πορφυρά… Σαν από πολυπλάνητο όνειρο, ξυπνάει γλυκά η λευτεριά…
Απ’ τα σίδερά σου βγαίνεις και τη νίκη “τους” την παίρνεις… Δες! Τα χρόνια πώς μιλούν… Χαιρετούν και “τους” νικούν…
Αήττητη και θαλερή άγρυπνη τριγυρίζει… “Εκείνη” που κρατά ρομφαία και σίδερα λυγίζει…
Αχώρητη αχολογεί, του άχθους σου η δίνη… Μα ξαστεριάς γλυκό νερό, θα ρέει πάντα αστείρευτη, της λευτεριάς η κρήνη…
Μακρύς ο δρόμος που διαβαίνεις… Αιμάτινη ανηφοριά… ΄Εμαθες χρόνια να παλεύεις, με τ’ άγρια, σκληρά θεριά…
Θέλεις εκείνο το πρωί, χωρίς καημό, χωρίς βροχή… Κι εκείνη τη μικρή αυλή, μόνο με γέλια, μουσική…
Ακόνιζε η “ξενιτιά” τη λόγχη κι έρημη σ’ άφησε να ζεις… Μα εσύ νικάς όλη την μπόρα, τους δράκους, τα δεινά, κι εχθρούς αιμοσταγείς…
Σιδηροδέσμια στην ίδια σου τη γη, ανέβαινες ανήφορο στυφό, σκαλί σκαλί… Χρόνια τώρα ματωμένη και γενναία μου μορφή, στάλες αίμα να κυλούν και ν’ ανοίγουν την πληγή…
Κάθε γωνιά σου μια πληγή, μαχαίρι, κόβει τη ζωή… Μονάχα στ’ όνειρο τα βράδια, γίνεσ’ ελεύθερο πουλί…
Μες τα ερείπια, βαθιά, θαμμένη μια κορνίζα… Δέσμια, αιχμάλωτη, μα ούτε μια ματιά, στα πλέγματα τα γκρίζα…
Καρφωμένο στο στήθος, της σκλαβιάς το μαχαίρι… Σάλευες και αναρριγούσες, λαβωμένο περιστέρι…
Όταν μιλούν οι μνήμες σου, το πρόσωπο κερένιο… Και το χαμόγελο πικρό, παλεύει σιδερένιο…
Δεν βρίσκουν λόγια να σου πουν, μόνο με τη σιωπή μιλούν… Κι ό,τι κλεμμένο, ιερό, ρέει αίμα και διωγμό…
Άδροσα χρόνια, λιόκαμα, μα τ’ όνειρο ζυγώνει… Αυτό σου γλυκοτραγουδά της λευτεριάς τ’ αηδόνι…
Απρόσκλητοι και λιμασμένοι, σε χάραξαν χωρίς ντροπή… Ηλιόλουστη πρώτα τριγυρνούσες, άγια, λιθόβλητή μου γη…
Χλωμή μου όψη, αχείμαντη, να μην βαρυπενθείς… Αδούλωτη ψυχή τους όρθωσες και θα λευτερωθείς…
Άθρονη και βέβηλη, θρηνολογεί πικρά η σκλαβιά… Ακάματα το πέπλο του ονείρου, υφαίνει μέρα- νύχτα η άγια λευτεριά…
Των εχθρών σου τα μαχαίρια, αίμα στάζουν όπως χθες… Άφωνη, μια ηττημένη η σκλαβιά, μα εσύ κείνον τον ήλιο πάλι κλαις…
Παλεύεις να πετάξεις, σε χωρισμένα μέρη… Φτεροκοπάς αιμάτινο, λαβωμένο περιστέρι…
Σαν την πέτρα η λύπη, σου χτυπά την καρδιά… Μα σκουπίζεις το δάκρυ, μ’ ήρωα λεβεντιά…
Δεν αφήνεις στιγμή, τη γλυκιά προσευχή… Και Εκείνος θα δώσει, λευτεριάς εντολή…
Λαμπροφορεί αδούλωτη, η όμορφή σου πόλη… Μεσουρανεί ηλιόλουστη, αυτή κι η Κύπρος όλη…
Στεφανωμένη η ιστορία, με άνθη λευτεριάς γλυκά… Σου γνέφει, σου χαμογελά, κι ας ήπιε δάκρυ και φωτιά…
Υψωμένη η γροθιά, στων εχθρών σου τη σπαθιά… Όλη η μνήμη μυρωμένη, για εσένα μου μιλά…
Στης φυλακής την ξενιτιά, τόσα χρόνια σεργιανάς… Διψασμένη, κουρασμένη, λευτεριάς νερό ζητάς…
Στέκεις αγέρωχη, ακριβή, δοξαστική και όμορφη… Σε χώρισαν εχθροί σκληροί, λιπόψυχοι, λυκόμορφοι…
Κείνη την μέρα την πικρή, μοναχή είχες δακρύσει… Πώς η ανατολή η ρόδινη, σου ’γινε σκιά και δύση;…
Τόσα σίδερα γκρίζα, σου ματώνουνε τις μέρες… Περιστέρι μου λευκό κι άλικο από τις σφαίρες…
Έριξαν στα χώματά σου, της σκλαβιάς τη σαϊτιά… Μα φεγγοβολείς κι αστράφτεις, μελιχρή μου λευτεριά…
Αθάνατη η μνήμη σου, μια άσβεστη φωτιά… γυρεύεις τ’ άγιο δίκιο σου, του μύρου ευωδιά…
Σε κοιτάζει από ψηλά, με ασημένια τη θωριά… Θα ’ρθει Εκείνη και θα φέρει, λευτεριάς γλυκά κλειδιά…
Τρεμολάμπει η ελπίδα, σαν πουλί τριγυρνά… Στα σοκάκια, τους δρόμους, δεν ξεχνά να πετά…
Ποτισμένη με το δάκρυ και με τα δεσμά η λαλιά… Της πατρίδας σου η μπόρα. που τη μνήμη την κεντά…
Η ξαστεριά σε καρτερεί, μα οι εχθροί μια φυλακή… σαν όρνια άγρια, σαρκοβόρα, στην αιματόβρεχτή σου γη…
Έσταζε γκρίζα η βροχή, στη γειτονιά που ’χες γνωρίσει… Έψαχν’ ο ήλιος τη ζωή, να ’ρθει ξανά να σου μιλήσει…
Σκαλί σκαλί ανέβηκες, κρύο χειμώνα, του βοριά… Μα η Παναγιά διώχνει τη μπόρα και της σκλαβιάς την παγωνιά…
Μην τον φοβάσαι τον καιρό κι όλο το δίκιο σου εδώ… Οι ήρωές σου προσευχή, πρεσβεύουν απ’ τον ουρανό…
Σκούπισε το δάκρυ σου, γη μου μυροφόρα… Ρέει ποτάμι ορμητικό, η ώρα η νικηφόρα…
0 Σχόλια