Recents in Beach

Η Δημοκρατία δεν γίνεται να περνά από το λογιστήριο


 Κάθε φορά που πλησιάζει η ΔΕΘ, η πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα καταλήγει, μέσα από μια ιδιότυπη οικονομικοπολιτική τελετουργία, στο ίδιο ερώτημα: «Και πού θα βρείτε τα λεφτά;»

Μάγκυ Δούση στο m.popaganda.gr

Η κυβέρνηση ζητά από την αντιπολίτευση να κοστολογήσει τις προτάσεις της. Η αντιπολίτευση παρουσιάζει αριθμούς, η κυβέρνηση εντοπίζει αποκλίσεις και ακολουθεί ένας ακόμη γύρος αριθμητικής αντιπαράθεσης — με πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συζήτηση για την κοστολόγηση της 13ης σύνταξης.

Πρόκειται για την επανάληψη ενός παιχνιδιού υψηλής ψευδοπολιτικής και χαμηλού ουσιαστικού περιεχομένου, που θυμίζει όλο και περισσότερο το παιχνίδι με την κολοκυθιά: γιατί να κοστίζει τόσο και όχι τόσο, γιατί οι δικοί σας υπολογισμοί βγάζουν αυτό το ποσό και οι δικοί μας ένα άλλο. Οι αριθμοί γίνονται το επίκεντρο και η πολιτική ουσία εξαφανίζεται.

Και κάπως έτσι συμβαίνει το παράδοξο: αντί να αξιολογούμε τις πολιτικές επιλογές, καταλήγουμε να υποκαθιστούμε τις πολιτικές επιλογές με την κοστολόγηση. Η συζήτηση για το τι πρέπει να γίνει στη χώρα, ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και ποιες προτεραιότητες οφείλει να θέσει η πολιτεία υποχωρεί μπροστά στη συζήτηση για το πόσο κοστίζει.

Προφανώς, ένα πολιτικό πρόγραμμα οφείλει να είναι οικονομικά εφαρμόσιμο. Οι υποσχέσεις δεν μπορούν να είναι απεριόριστες ούτε τα δημόσια οικονομικά να αντιμετωπίζονται σαν να μην υπάρχουν περιορισμοί. Όμως άλλο πράγμα η δημοσιονομική τεκμηρίωση και άλλο η μετατροπή της κοστολόγησης σε υπέρτατο κριτήριο πολιτικής νομιμοποίησης.

Γιατί τότε γεννάται ένα απλό ερώτημα: ποιος κοστολογεί ποιον; Κυβερνητικές επιλογές αναθεωρούνται, προϋπολογισμοί μεταβάλλονται, έκτακτες δαπάνες προκύπτουν. Κι όμως, όταν η αντιπολίτευση προτείνει αύξηση μισθών, ενίσχυση της δημόσιας υγείας, περισσότερους πόρους για την παιδεία ή κοινωνικές παρεμβάσεις, το πρώτο ερώτημα γίνεται σχεδόν αυτομάτως: «Πόσο κοστίζει η πρότασή σας;»

Ας ακολουθήσουμε, λοιπόν, αυτή τη λογική μέχρι το τέλος. Αύριο θα κοστολογήσουμε και τον στρατό; Θα κοστολογήσουμε την ασφάλεια; Η ασφάλεια βρίσκεται πολύ ψηλά στην ατζέντα της κυβέρνησης. Στο όνομα της εθνικής άμυνας έχουν αποφασιστεί και δρομολογηθεί εξοπλιστικά προγράμματα  πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ.

Ο μακροπρόθεσμος αμυντικός σχεδιασμός της Ελλάδας στο πλαίσιο της «Ατζέντας 2030» προβλέπει εξοπλιστικά προγράμματα συνολικού ύψους περίπου 25 δισεκατομμυρίων ευρώ, τα οποία θα υλοποιηθούν σε βάθος δωδεκαετίας εως το 2026. Κανείς από τους μουτζαχεντίν της κοστολόγησης δεν ισχυρίζεται σοβαρά ότι η ανάγκη για εθνική άμυνα παύει να υφίσταται επειδή κοστίζει. Γιατί; Επειδή ισχυρίζεται ότι η ασφάλεια είναι πολιτική και στρατηγική προτεραιότητα. Η κυβέρνηση  αποφασίζει ότι πρέπει να διαθέσει εκεί πόρους και αναδιατάσσει αναλόγως τις δαπάνες της.

Γιατί λοιπόν αυτό που θεωρούν αυτονόητο για την άμυνα παύει να είναι αυτονόητο όταν μιλάμε για την κοινωνία; Γιατί όταν αγοράζονται εξοπλιστικά συστήματα η συζήτηση αφορά την εθνική αναγκαιότητα, αλλά όταν συζητάμε για νοσοκομεία, σχολεία, στέγη, μισθούς ή κοινωνικό κράτος η συζήτηση ξεκινά —και πολλές φορές τελειώνει— στο «πού θα βρείτε τα λεφτά»;

Δεν σημαίνει ότι οι κοινωνικές πολιτικές δεν πρέπει να κοστολογούνται. Όμως η οικονομική πολιτική δεν είναι μόνο πρόσθεση και αφαίρεση. Είναι πρωτίστως επιλογή. Το κράτος αποφασίζει πόσο θα φορολογήσει και ποιον. Ποιους φόρους θα μειώσει και σε ποιους. Πού θα κατευθύνει τα δημόσια έσοδα. Πόσα θα διαθέσει στην άμυνα, πόσα στην υγεία, πόσα στην παιδεία, πόσα στην κοινωνική προστασία. Αποφασίζει ποιο μέρος του παραγόμενου πλούτου θα αναδιανεμηθεί και προς ποια κατεύθυνση.  Και αυτή ακριβώς είναι η πολιτική.

Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο «πόσο κοστίζει;». Είναι: ποιος πληρώνει, ποιος ωφελείται και ποια κοινωνία θέλουμε να χρηματοδοτήσουμε; Μια κυβέρνηση μπορεί να θεωρεί προτεραιότητα τη μείωση συγκεκριμένων φόρων. Μια άλλη την ενίσχυση του ΕΣΥ. Μια τρίτη την αύξηση των μισθών ή τη στεγαστική πολιτική.

Όλες αυτές οι επιλογές έχουν δημοσιονομικό αποτύπωμα. Αλλά πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται πάντοτε μια πολιτική απόφαση για την κατανομή και την αναδιανομή του πλούτου.

Γι’ αυτό και το «πού θα βρείτε τα λεφτά;» δεν είναι πολιτικά ουδέτερο ερώτημα. Γιατί υπάρχει και το αντίστροφο ερώτημα: «Γιατί επιλέξατε να βρείτε τα λεφτά γι’ αυτό και όχι για εκείνο;» Εκεί βρίσκεται η πραγματική πολιτική αντιπαράθεση. Ποιος ορίζει την κοινωνική ανάγκη κάθε φορά και την πολιτική προτεραιότητα.

Η κοστολόγηση είναι απαραίτητη. Δεν είναι όμως ιδεολογία. Και πολύ περισσότερο δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ένας τεχνοκρατικός κόφτης που κλείνει τη συζήτηση πριν αυτή αρχίσει. Γιατί αν πράγματι υπήρχε μία και μοναδική οικονομικά «σωστή» πολιτική, αν οι αριθμοί υπαγόρευαν αυτομάτως πόσο πρέπει να δαπανήσει το κράτος και πού, τότε δεν θα υπήρχε λόγος να υπάρχουν διαφορετικά κόμματα και διαφορετικά προγράμματα.

Δεν θα χρειάζονταν ούτε ιδεολογίες.

Στο τέλος, δεν θα χρειάζονταν ούτε εκλογές. Θα αρκούσε ένας πολύ καλός λογιστής.

Μόνο που η δημοκρατία δεν είναι λογιστήριο, ούτε το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους πρέπει να μπορεί να υποκαθιστά τη Βουλή και τη λειτουργία της.

Και στο τέλος η πολιτική δεν είναι η τέχνη του να αποδεικνύεις ότι δεν υπάρχουν λεφτά. Είναι η ευθύνη να αποφασίζεις πού θα βρεις τα λεφτά, από ποιον θα τα πάρεις και πού θα επιλέξεις να τα δώσεις και γιατί.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">
script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">