Recents in Beach

Πετρέλαιο: Κέρδη από έναν πλανήτη που καίγεται

 


Τα λογιστήρια των μεγαλύτερων πετρελαϊκών εταιρειών του κόσμου κατέγραψαν πρόσφατα ένα από τα πιο κερδοφόρα τρίμηνα στην ιστορία τους. Μέσα σε μόλις ενενήντα μέρες, οκτώ ενεργειακοί κολοσσοί συγκέντρωσαν σχεδόν 93 δισεκατομμύρια δολάρια καθαρών κερδών, ευνοούμενοι από την εκτίναξη των διεθνών τιμών του πετρελαίου μετά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για περισσότερα από 700.000 δολάρια το λεπτό, ένα οικονομικό αποτέλεσμα που ελάχιστοι κλάδοι της παγκόσμιας οικονομίας θα μπορούσαν να φανταστούν.

Την ίδια περίοδο, ο πλανήτης βίωσε έναν από τους πιο καταστροφικούς κύκλους ακραίων καιρικών φαινομένων των τελευταίων δεκαετιών. Η Ευρώπη κατέγραψε τον φονικότερο καύσωνα στην ιστορία της, με περίπου 20.000 θανάτους να αποδίδονται στις ακραίες θερμοκρασίες. Η ξηρασία έπληξε μεγάλες αγροτικές περιοχές από τη Βρετανία μέχρι τα Βαλκάνια, οι πυρκαγιές κατέκαψαν εκατομμύρια στρέμματα σε Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία και Γαλλία, ενώ πλημμύρες και κατολισθήσεις προκάλεσαν δεκάδες θύματα στην Ασία.

Δεν πρόκειται για δύο παράλληλες ιστορίες. Οι ίδιες εταιρείες που ευνοήθηκαν από την ενεργειακή αναταραχή συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους ιστορικούς παραγωγούς εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στον κόσμο. Και για πρώτη φορά, επιστημονικές έρευνες δεν περιορίζονται να συνδέσουν γενικά τα ορυκτά καύσιμα με την υπερθέρμανση του πλανήτη. Αποδίδουν σε συγκεκριμένες εταιρείες σημαντικό μέρος της ευθύνης για ακραία καιρικά φαινόμενα που διαφορετικά θα ήταν πολύ λιγότερο πιθανό ή πολύ λιγότερο έντονο να συμβούν.

Το γεγονός αυτό δίνει μια εντελώς διαφορετική διάσταση στα οικονομικά αποτελέσματα του τελευταίου τριμήνου. Είναι μια υπενθύμιση ότι το σημερινό οικονομικό και ενεργειακό μοντέλο εξακολουθεί να ανταμείβει γενναιόδωρα όσους ευνοούνται από την αστάθεια στις αγορές πετρελαίου, την ίδια στιγμή που το κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα γίνεται βαρύτερο από ποτέ.

93 δισεκατομμύρια δολάρια σε τρεις μήνες



Σύμφωνα με τα οικονομικά αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου, οι οκτώ μεγαλύτεροι εισηγμένοι πετρελαϊκοί όμιλοι —Saudi Aramco, ExxonMobil, Chevron, Shell, BP, TotalEnergies, Eni και Equinor— σχεδόν διπλασίασαν τα συνολικά τους κέρδη σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.

Πρωταγωνίστρια ήταν η κρατική σαουδαραβική Saudi Aramco, με καθαρά κέρδη που ξεπέρασαν τα 33 δισεκατομμύρια δολάρια, αυξημένα κατά περίπου 34%, παρά το γεγονός ότι εγκαταστάσεις της βρέθηκαν στο στόχαστρο πυραυλικών και μη επανδρωμένων επιθέσεων κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

Η ExxonMobil ανακοίνωσε κέρδη 14,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, τα υψηλότερα από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία το 2022, ενώ η Chevron ξεπέρασε τα 12 δισεκατομμύρια. Η Shell κατέγραψε σχεδόν 10 δισεκατομμύρια δολάρια καθαρών κερδών, ακόμη και με μειωμένη παραγωγή φυσικού αερίου στο Κατάρ λόγω των επιπτώσεων του πολέμου, ενώ η BP υπερδιπλασίασε τα κέρδη της σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, φθάνοντας τα 5,7 δισεκατομμύρια δολάρια.

Οι αριθμοί υπενθυμίζουν πόσο στενά συνδεδεμένη παραμένει η κερδοφορία του πετρελαϊκού κλάδου με κάθε μεγάλη γεωπολιτική κρίση. Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου πάνω από τα 126 δολάρια το βαρέλι μετά τη σύγκρουση με το Ιράν μεταφράστηκε σχεδόν αυτόματα σε δεκάδες δισεκατομμύρια επιπλέον κέρδη για τις μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου.

Οι αγορές ανταμείβουν την κρίση

Οι μεγάλες πετρελαϊκές δεν χρειάζεται να προκαλέσουν έναν πόλεμο για να κερδίσουν από αυτόν. Αρκεί να δραστηριοποιούνται σε μια αγορά όπου κάθε γεωπολιτική κρίση που απειλεί την προσφορά πετρελαίου μεταφράζεται σχεδόν αυτόματα σε άνοδο των τιμών και, κατά συνέπεια, σε εκρηκτική αύξηση των κερδών.

Αυτό ακριβώς συνέβη μετά τη σύγκρουση με το Ιράν. Οι διεθνείς τιμές εκτινάχθηκαν πάνω από τα 126 δολάρια το βαρέλι, οι χρηματιστηριακές αξίες των ενεργειακών ομίλων αυξήθηκαν κατά εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια και οι οικονομικές καταστάσεις του δεύτερου τριμήνου κατέγραψαν μία από τις μεγαλύτερες μεταφορές πλούτου των τελευταίων ετών προς τις εταιρείες ορυκτών καυσίμων.

Το παράδοξο είναι ότι οι ίδιες οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πλέον αυτή τη μεταβλητότητα ως μέρος του επιχειρηματικού τους μοντέλου. Κάθε διεθνής κρίση που προκαλεί αβεβαιότητα στις αγορές ενέργειας μπορεί να μετατραπεί σε έναν ακόμη κύκλο υπερκερδών. Και όσο μεγαλύτερη είναι η εξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, τόσο ισχυρότερος παραμένει αυτός ο μηχανισμός.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική αν εξετάσει κανείς τι συμβαίνει μετά την ανακοίνωση αυτών των αποτελεσμάτων. Ένα σημαντικό μέρος των υπερκερδών δεν κατευθύνεται σε μια επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, αλλά επιστρέφει στους μετόχους μέσω υψηλότερων μερισμάτων και προγραμμάτων επαναγοράς ιδίων μετοχών. Οι αγορές, με άλλα λόγια, δεν ανταμείβουν τις εταιρείες επειδή περιορίζουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Τις ανταμείβουν επειδή καταφέρνουν να αξιοποιούν αποτελεσματικότερα ένα επιχειρηματικό μοντέλο που εξακολουθεί να βασίζεται σε αυτά.

Η πράσινη μετάβαση υποχωρεί

Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο να είναι ότι η νέα έκρηξη κερδών δεν συνοδεύεται από μεγαλύτερες επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Αντίθετα, αρκετοί από τους μεγαλύτερους πετρελαϊκούς ομίλους αναθεωρούν προς τα κάτω τις φιλοδοξίες που οι ίδιοι είχαν ανακοινώσει πριν από λίγα χρόνια.

Η BP αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Η εταιρεία μείωσε δραστικά τον προϋπολογισμό που προοριζόταν για την ενεργειακή μετάβαση, περιόρισε τις επενδύσεις της στις ανανεώσιμες πηγές, πούλησε σημαντικά περιουσιακά στοιχεία στον τομέα της αιολικής ενέργειας και του βιοαερίου και εξετάζει πλέον την αποχώρησή της ακόμη και από μεγάλες επενδύσεις στην ηλιακή ενέργεια. Το μήνυμα που εκπέμπει προς τις αγορές είναι σαφές: το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο παραμένουν οι δραστηριότητες με τη μεγαλύτερη απόδοση για τους μετόχους.

Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει μια βαθύτερη αντίφαση. Οι ολοένα συχνότεροι καύσωνες, οι πυρκαγιές και οι πλημμύρες χρησιμοποιούνται συχνά ως επιχείρημα υπέρ της επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης. Ωστόσο, όταν οι διεθνείς κρίσεις εκτοξεύουν τις τιμές του πετρελαίου, οι οικονομικές αποδόσεις των ορυκτών καυσίμων γίνονται τόσο υψηλές ώστε ενισχύουν το κίνητρο για νέες επενδύσεις στον ίδιο ακριβώς τομέα που οι περισσότερες κυβερνήσεις δηλώνουν ότι επιθυμούν να περιορίσουν.

Δεν είναι λοιπόν μόνο η κλιματική κρίση που δυσκολεύει την ενεργειακή μετάβαση. Είναι και το γεγονός ότι το σημερινό οικονομικό σύστημα εξακολουθεί να ανταμείβει γενναιόδωρα τις επιχειρήσεις που βρίσκονται στον πυρήνα της. Και όσο η καταστροφή μετατρέπεται σε επιχειρηματική ευκαιρία, τόσο δυσκολότερο γίνεται να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος.

neostrategy.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">
script data-cfasync="false" type="text/javascript" id="clever-core">