Κάπως έτσι φτάνουμε στην κ. Όλγα Γεροβασίλη και στη βουλευτική της έδρα. Η ίδια βλέπει τον εαυτό της στο εγχείρημα της ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα, αλλά η έδρα παραμένει στη θέση της. Και ο Τσίπρας, που επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο άνθρωπος που θα ενώσει ξανά την Κεντροαριστερά και την προοδευτική παράταξη, αποκτά μαθητές έτοιμους να τον ακολουθήσουν, όχι όμως κατ’ ανάγκην μόνο με τον πολιτικό τους χιτώνα.
Η Κουμουνδούρου, πάντως, δεν αντιμετωπίζει την υπόθεση ως θεολογικό ζήτημα. Κάνει λόγο για «οργανωμένο σχέδιο διάλυσης του ΣΥΡΙΖΑ- ΠΣ εκ μέρους της προηγούμενης ηγεσίας και της ομάδας ανεξαρτητοποιηθέντων βουλευτών, οι οποίοι δεν παρέδωσαν την έδρα τους στο κόμμα, όπως είχαν δεσμευτεί με υπεύθυνη δήλωση προεκλογικά και όπως επιβάλλει το ήθος της Αριστεράς».
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της σύγκρουσης. Η πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ δεν συζητά απλώς ποιος πηγαίνει με ποιον. Θέτει ζήτημα πολιτικής συνέπειας απέναντι στις δεσμεύσεις που είχαν αναληφθεί πριν από τις εκλογές.
Για τη κ. Γεροβασίλη, μάλιστα, σημειώνει ότι «στέρησε την αντιπροεδρία της Βουλής από τον ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ και μέχρι σήμερα δεν έχει παραδώσει την έδρα της».
Το ερώτημα, επομένως, είναι συγκεκριμένο: όταν ένας βουλευτής απομακρύνεται από το κόμμα με το οποίο εξελέγη και επιλέγει έναν νέο πολιτικό δρόμο, τι ισχύει για την προηγούμενη δέσμευσή του σχετικά με την έδρα; Η μία πλευρά επικαλείται το συνταγματικά ελεύθερο της βουλευτικής εντολής, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ αντιπαραθέτει την προεκλογική πολιτική και ηθική δέσμευση που, όπως υποστηρίζει, είχε αναληφθεί.
Η Κουμουνδούρου καταλήγει χωρίς περιστροφές: «Ας παραιτηθούν επιτέλους. Όχι για τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά για την αξιοπρέπειά τους. Τα σχέδιά τους απέτυχαν».
Και επειδή στην Αριστερά οι λέξεις «ευθύνη» και «συνέπεια» έχουν ιστορικά ένα ιδιαίτερο βάρος, την τελευταία κουβέντα ας την αφήσουμε στον Αντόνιο Γκράμσι:
«Ζητώ από τον καθένα λογαριασμό για όσα έκανε και, κυρίως, για όσα δεν έκανε.»

0 Σχόλια