Η Ελλάδα γιορτάζει σήμερα την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940, με μια ιδιομορφία που σπάνια συναντά κανείς αλλού: τιμά την έναρξη του πολέμου και όχι την απελευθέρωσή της. Η ιδιομορφία αυτή δεν είναι τυχαία. Είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας πολιτικής επιλογής του μεταεμφυλιακού κράτους, που προτίμησε να παραχαράξει την ιστορική μνήμη παρά να αναγνωρίσει την αλήθεια της Εθνικής Αντίστασης.
Η επίσημη αφήγηση προσωποποιεί ακόμα το ιστορικό «ΟΧΙ» στον Ιωάννη Μεταξά. Ο Μεταξάς όμως ήταν στυγνός δικτάτορας. Ανέλαβε την εξουσία μέσα από τους θεσμούς και στη συνέχεια κατέλυσε τη δημοκρατία: το 1936 αναστάλθηκαν τα άρθρα του Συντάγματος, διαλύθηκε η Βουλή, απαγορεύτηκαν τα κόμματα και επιβλήθηκαν λογοκρισία, διώξεις και εξορίες. Το καθεστώς του έφερε φασιστικά χαρακτηριστικά, από τη Νεολαία του και τον χαιρετισμό μέχρι την προπαγάνδα του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού». Οι μαρτυρίες όσων έζησαν την εποχή το επιβεβαιώνουν. Η άρνησή του στο ιταλικό τελεσίγραφο δεν προήλθε από αντιφασιστική πεποίθηση αλλά από τη γεωπολιτική προσήλωση στη Βρετανία και από την πίεση της κοινής γνώμης. Το πραγματικό, μεγαλειώδες «ΟΧΙ» το έδωσε ο ελληνικός λαός, στα βουνά της Αλβανίας και μετά στην Κατοχή, στην Αντίσταση, στα οδοφράγματα.
Το μεταεμφυλιακό τραύμα και η αποσιώπηση του ΕΑΜ
Η επιλογή της 28ης Οκτωβρίου ως κύριας εθνικής εορτής, και όχι της 12ης Οκτωβρίου 1944, ημέρας της απελευθέρωσης της Αθήνας, δεν είναι ουδέτερη. Αν η Ελλάδα γιόρταζε την απελευθέρωσή της, το επίσημο κράτος θα έπρεπε να αντικρίσει τον πραγματικό πρωταγωνιστή της ιστορίας: το ΕΑΜ, τη μαζικότερη και πιο καθοριστική αντιστασιακή δύναμη του τόπου. Η μετατόπιση της εορτής στην 28η Οκτωβρίου επέτρεψε να μείνει στο περιθώριο αυτός ο πρωταγωνιστής, και η πονηριά αυτή κράτησε δεκαετίες. Η Εθνική Αντίσταση αναγνωρίστηκε επίσημα μόλις το 1982-83, επί κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά την Απελευθέρωση.
Η μεταεμφυλιακή Ελλάδα έχτισε τον «εθνικό κορμό» της πάνω στη λήθη και συχνά στην πολιτική αποκατάσταση των δωσίλογων. Εδώ βρίσκεται η έλλειψη εθνικής αυτογνωσίας. Ένα κράτος που δεν αντικρίζει ειλικρινά τη δική του σύγχρονη ιστορία δεν μπορεί να διεκδικεί πειστικά ηθική υπεροχή και διεθνή αναγνώριση για μεγάλες ιστορικές τραγωδίες, όπως η Γενοκτονία των Ποντίων. Η ηθική συνέπεια στην Ιστορία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική.
Το σήμερα: το φάντασμα του φασισμού
Η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας δεν είναι στείρα συζήτηση για το παρελθόν. Είναι πράξη εθνικής άμυνας για το παρόν. Η ανοχή στην παραποίηση της Ιστορίας έχει επιτρέψει στους ιδεολογικούς απογόνους των ταγματασφαλιτών και των δωσίλογων να εμφανίζονται στα μάτια των νέων ως «αντισυστημικοί».
Όταν η επίσημη παιδεία συσκοτίζει ότι ο αγώνας του ‘40 και της Αντίστασης ήταν αγώνας κατά του φασισμού, αφήνει ανοιχτή την πόρτα στον σκοταδισμό. Σήμερα, που ο φασισμός ξαναβρίσκει έδαφος σε όλη την Ευρώπη, η ιστορική αλήθεια είναι το μοναδικό ανάχωμα.
Για τον «Φάρο-24», η θέση είναι ξεκάθαρη και συνεχίζει όσα γράψαμε για την ανάγκη μιας μεγάλης, προοδευτικής και δημοκρατικής συμπόρευσης. Η αποκατάσταση της Ιστορίας δεν είναι κομματικό ζήτημα, είναι πράξη εθνικής συμμαχίας. Αν θέλουμε να κλείσουμε την πόρτα στον νεοφασισμό, οφείλουμε να διδάξουμε στη νεολαία ότι η ελευθερία αυτού του τόπου κερδήθηκε με ρήξεις, συγκρούσεις και λαϊκή συμμετοχή ενάντια στον φασισμό, και όχι με τα «όχι» των δικτατόρων.

0 Σχόλια