Η κουβέντα αναπόφευκτα γύρισε στο 2012, όταν μέσα από τα ερείπια της οικονομικής κρίσης συντελέστηκε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές ανατροπές της Μεταπολίτευσης. Μια κοινωνία εξαντλημένη από τα μνημόνια, την ανεργία, τη φτώχεια και την ταπείνωση αποφάσισε να αμφισβητήσει το πολιτικό σύστημα που την είχε οδηγήσει στην καταστροφή. Η Δεξιά και η κατ' επίφαση σοσιαλδημοκρατία, που επί δεκαετίες εναλλάσσονταν στην εξουσία, βρέθηκαν αντιμέτωπες με την κοινωνική οργή για τη διαφθορά, τη διαπλοκή, την πελατοκρατία και την πολιτική τους υποκρισία.
Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015 δεν ήταν απλώς η εκλογική επιτυχία ενός κόμματος, αλλά η έκφραση μιας βαθύτερης κοινωνικής ανάγκης για δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και αλλαγή. Η «πρώτη φορά Αριστερά» κουβαλούσε στις πλάτες της τις προσδοκίες ανθρώπων που δεν είχαν υπάρξει ποτέ αριστεροί, αλλά είχαν καταλάβει ότι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν να εμπιστεύονται εκείνους που τους είχαν οδηγήσει στην οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση.
Δεν χρειάζεται, βέβαια, να εξιδανικεύσουμε εκείνη την περίοδο, ούτε να αγνοήσουμε τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η Αριστερά όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας. Η κυβέρνηση Τσίπρα βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν ασφυκτικό ευρωπαϊκό συσχετισμό δυνάμεων, με οικονομικούς εκβιασμούς και με ένα καθεστώς επιτροπείας που περιόριζε δραματικά τα περιθώρια άσκησης ανεξάρτητης πολιτικής. Το τρίτο μνημόνιο δεν αποτέλεσε ιδεολογική επιλογή της Αριστεράς, αλλά έναν επώδυνο συμβιβασμό μέσα σε συνθήκες πρωτοφανούς πίεσης, με την κοινωνία να εξακολουθεί να πληρώνει το τίμημα μιας κρίσης που δεν είχε προκαλέσει η ίδια. Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί την ανάγκη μιας ουσιαστικής πολιτικής αποτίμησης της περιόδου, ούτε απαλλάσσει την Αριστερά από την ευθύνη να εξετάσει γιατί, παρά τις προσπάθειες και τις κατακτήσεις της, δεν κατάφερε να διατηρήσει ζωντανή εκείνη τη βαθιά σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία που την είχε οδηγήσει στην ιστορική νίκη του 2015.
Ακόμη μεγαλύτερη, όμως, είναι η ευθύνη για όσα ακολούθησαν. Η σημερινή εικόνα της Αριστεράς, με τον κατακερματισμό, τις προσωπικές φιλοδοξίες, τις εσωκομματικές συγκρούσεις και τις ατέρμονες αναζητήσεις πολιτικών σωτήρων, αποτελεί μια οδυνηρή διάψευση της ιστορικής της διαδρομής. Ακόμη και το πολυδιαφημισμένο rebranding του Αλέξη Τσίπρα αποδείχθηκε, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, μια αποτυχημένη προσπάθεια πολιτικής επανατοποθέτησης, καθώς καμία επικοινωνιακή ανακατασκευή ενός προσώπου δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για συλλογικό όραμα, πολιτική αυτοκριτική και ουσιαστική κοινωνική αναφορά.
Και ενώ ο προοδευτικός χώρος αναλώνεται σε προσωπικούς ανταγωνισμούς και συζητήσεις για την επόμενη ημέρα των κομματικών ηγεσιών, η Δεξιά απολαμβάνει μια πολιτική μονοκρατορία που δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη δική της δύναμη, αλλά και στην αδυναμία των αντιπάλων της να συγκροτήσουν μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση. Τα σκάνδαλα, οι καταγγελίες για διαφθορά, η αδιαφάνεια, η οικονομική ασφυξία των νοικοκυριών και η διαρκής διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων συνθέτουν μια πραγματικότητα που θυμίζει επικίνδυνα τις συνθήκες οι οποίες προηγήθηκαν της μεγάλης πολιτικής ανατροπής.
Μόνο που σήμερα υπάρχει ένας πρόσθετος κίνδυνος, ίσως ακόμη πιο απειλητικός. Η Ακροδεξιά, μαζί με τα ιδεολογικά παραπαίδια του ναζισμού, επιχειρεί να εκμεταλλευτεί την κοινωνική απογοήτευση, μετατρέποντας την ανασφάλεια σε μίσος και την αγανάκτηση σε αυταρχισμό. Όταν η Αριστερά απουσιάζει από τις γειτονιές, τους χώρους εργασίας και τις πραγματικές αγωνίες των ανθρώπων, αφήνει ελεύθερο χώρο σε εκείνους που εμφανίζουν τον πιο αδύναμο ως υπεύθυνο για τη δυστυχία του εξίσου αδύναμου.
Κάπου εκεί, μέσα στη συζήτησή μας, τον ρώτησα αν εξακολουθεί να πιστεύει ότι η Αριστερά μπορεί κάποτε να επιστρέψει. Η απάντησή του δεν είχε τίποτα από την αισιοδοξία των κομματικών ανακοινώσεων και των επαγγελματιών της πολιτικής. Είχε, όμως, εκείνη τη βαθιά ιστορική πίστη που συναντά κανείς στους ανθρώπους οι οποίοι έχουν μάθει να μετρούν την πολιτική όχι με εκλογικούς κύκλους, αλλά με κοινωνικούς αγώνες.
Μου είπε ότι όπως η ελληνική κοινωνία κουράστηκε κάποτε από τους κλέφτες, τους πολιτικούς απατεώνες και τους διαχειριστές ενός διεφθαρμένου συστήματος εξουσίας, έτσι θα έρθει ξανά η στιγμή που θα αναζητήσει μια διαφορετική πολιτική διέξοδο. Όπως η φτώχεια, η ανεργία και η κοινωνική απόγνωση οδήγησαν εκατομμύρια ανθρώπους να εμπιστευτούν την Αριστερά το 2012 και το 2015, έτσι και οι νέες ανισότητες, η ακρίβεια, η εργασιακή ανασφάλεια και η αλαζονεία της εξουσίας θα δημιουργήσουν αργά ή γρήγορα τις προϋποθέσεις μιας νέας κοινωνικής αφύπνισης.
Δεν ισχυρίστηκε ότι αυτό θα συμβεί αύριο, ούτε ότι οι σημερινοί πολιτικοί σχηματισμοί θα είναι εκείνοι που θα εκφράσουν αυτήν την ανατροπή. Αντίθετα, μου εξήγησε ότι η Αριστερά οφείλει πρώτα να ξαναβρεί την ψυχή της, να απαλλαγεί από τους επαγγελματίες σωτήρες, να αναμετρηθεί με τις αδυναμίες της και να επιστρέψει στις αξίες που την έκαναν ιστορικά αναγκαία.
Και ίσως αυτή να ήταν η σημαντικότερη σκέψη ολόκληρης της συζήτησης, γιατί η Αριστερά δεν γεννήθηκε για να προσφέρει πολιτικές καριέρες, υπουργικές καρέκλες και κοινοβουλευτικά προνόμια. Γεννήθηκε μέσα από τις ανάγκες των καταπιεσμένων, τους αγώνες των εργαζομένων και την άρνηση των ανθρώπων να αποδεχθούν ότι ο πλούτος, η εξουσία και η αξιοπρέπεια αποτελούν αποκλειστικό δικαίωμα μιας κοινωνικής μειοψηφίας.
Μπορεί εμείς να είμαστε μια ασήμαντη αστρόσκονη μέσα στην απεραντοσύνη του ιστορικού χρόνου και να μη ζήσουμε ποτέ ξανά μια μεγάλη νίκη της Αριστεράς. Μπορεί να μη βρισκόμαστε καν εδώ όταν η κοινωνία αποφασίσει να αναζητήσει και πάλι εκείνη την πολιτική δύναμη που θα της υποσχεθεί όχι απλώς μια καλύτερη κυβέρνηση, αλλά μια δικαιότερη ζωή.
Η ιστορική ανάγκη, όμως, δεν εξαρτάται από τη διάρκεια της δικής μας ύπαρξης, ούτε ακυρώνεται από τις ήττες, τις διαψεύσεις και τις μικρότητες όσων κατά καιρούς επικαλούνται την Αριστερά για να υπηρετήσουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες.
Γιατί η Αριστερά, στην αυθεντική κοινωνική και πολιτική της διάσταση, δεν είναι ιδιοκτησία κανενός κόμματος και κανενός αρχηγού. Είναι η ίδια η κοινωνία όταν αρνείται να γονατίσει, είναι η φωνή εκείνων που δεν έχουν τίποτα και δεν τους επιτρέπεται να χαρούν ειρηνικά ούτε αυτό το τίποτα που τους απέμεινε. Είναι η διαρκής διεκδίκηση ενός κόσμου στον οποίο ο άνθρωπος θα αξίζει περισσότερο από το χρήμα και η αξιοπρέπεια περισσότερο από την εξουσία.
Το περίφημο ηθικό της πλεονέκτημα δεν βρίσκεται στα κομματικά σύμβολα, ούτε αποτελεί ισόβιο πιστοποιητικό εντιμότητας για όσους αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί. Βρίσκεται στις αξίες που γέννησαν την Αριστερά και παραμένει ζωντανό μόνο όταν αυτές υπηρετούνται στην πράξη, χωρίς εκπτώσεις, ιδιοτέλεια και υποκρισία.
Φεύγοντας από εκείνη τη συνάντηση, κατάλαβα ότι ο παλιός μου σύντροφος δεν προσπαθούσε να με πείσει πως η Αριστερά θα επιστρέψει επειδή το επιθυμούμε εμείς, αλλά επειδή οι κοινωνικές αντιθέσεις που τη γέννησαν δεν εξαφανίστηκαν ποτέ και, όσο η αδικία μεγαλώνει, τόσο θα μεγαλώνει και η ανάγκη για μια πολιτική δύναμη που θα την αμφισβητήσει.
Και τότε θυμήθηκα μια βαθιά πολιτική σκέψη του Αντόνιο Γκράμσι, από τα Γράμματα από τη φυλακή, που αποτυπώνει την ανάγκη για ιστορική υπομονή, πνευματική νηφαλιότητα και αντοχή απέναντι στις μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές δοκιμασίες:
«Κάθε κατάρρευση φέρνει μαζί της πνευματική και ηθική αταξία. Πρέπει να δημιουργήσουμε ανθρώπους νηφάλιους, υπομονετικούς, που δεν απελπίζονται μπροστά στις μεγαλύτερες φρίκες και δεν ενθουσιάζονται με κάθε ανοησία».
— Αντόνιο Γκράμσι.
Ίσως, τελικά, αυτή να είναι και η μεγαλύτερη ιστορική υποχρέωση της Αριστεράς: να μη χάσει την πίστη της στην κοινωνία, ακόμη κι όταν η κοινωνία έχει χάσει προσωρινά την πίστη της σε εκείνη. Γιατί οι κυβερνήσεις αλλάζουν, οι πολιτικοί αρχηγοί έρχονται και παρέρχονται, οι κομματικοί μηχανισμοί γεννιούνται και πεθαίνουν, αλλά η ανάγκη του ανθρώπου για ελευθερία, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια παραμένει ακατάλυτη.
Και όσο αυτή η ανάγκη υπάρχει, η Ιστορία της Αριστεράς δεν θα έχει γράψει την τελευταία της σελίδα.

0 Σχόλια