Η Συμφωνία των Πρεσπών, η ατολμία του Κυριάκου Μητσοτάκη και οι πολιτικές εξελίξεις

 


Πέτρος Μηλιαράκης

Την 17η Ιουνίου 2018 στη Λίμνη Πρεσπών και στο χωριό Ψαράδες, υπεγράφη μια «συμφωνία» που έχει κι αυτή «τη δική της ιστορία»,τα δικά της προαπαιτούμενα και τις δικές τις επακόλουθες συνέπειες.

Η Συμφωνία αυτή θα βρίσκεται διαρκώς στο προσκήνιο, με διάφορες αιτίες που θα την επικαιροποιούν. Και επειδή ακριβώς τα συμφωνηθέντα θα επανέρχονται διαρκώς στο προσκήνιο (όπως προεκτέθηκε με διάφορες αιτίες), καλό θα είναι για την «εκάστοτε επικαιροποίηση» , να έχουμε κατά νου τα παρακάτω,τα οποία ο γράφων θεωρεί κρίσιμα για την ορθοτόμηση του λόγου της αλήθειας. Πριν αναλύσουμε, όσο το παρόν περίγραμμα επιτρέπει, τη Συμφωνία αυτή, επιβάλλεται μια σύντομη αναδρομή, καθόσον η υπό κρίση δεδομένα βρίσκονται σε «αιτιώδη σχέση» με όλα όσα προηγήθηκαν. Άξια δε βραχείας αναφοράς είναι τα εξής:

1) Η επελθούσα με τον τερματισμό της μεταψυχροπολεμικής περιόδου διάλυση της «Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας», την οποία επισήμως είχε αναγνωρίσει η Ελληνική Δημοκρατία, ανέδειξε το κράτος των Σκοπίων το οποίο κήρυξε την ανεξαρτησία του το έτος 1991, επενδύοντας στο όνομα της «Μακεδονίας» που αφορούσε «κληρονομιά» του Στρατάρχη Τίτο.

2) Ταυτοχρόνως όμως η ανακήρυξη αυτή σηματοδότησε και αλυτρωτικές τάσεις, με εκμετάλλευση και σφετερισμό εθνικών συμβόλων που ανήκουν αποκλειστικώς και μόνο στο Ελληνικό Έθνος. Τούτα όλα ασφαλώς προκάλεσαν την έντονη και δίκαιη αντίδραση της επίσημης Ελλάδας, αλλά και την αγανάκτηση του Ελληνικού Λαού που δέχθηκε ιταμή πρόκληση απαλλοτρίωσης της ιστορίας του και της πολιτιστικής του κληρονομιάς. Η συνταγματική δε τάξη που εγκαθίδρυσε ο συντακτικός νομοθέτης των Σκοπίων πυροδότησε αλυτρωτισμό και ενεργοποίησε αντιδράσεις εύλογες και δίκαιες από την πλευρά της επίσημης Ελλάδας και του Ελληνικού Λαού.

3) Υπό τις συνθήκες αυτές, η επίσημη Ελλάδα κατόρθωσε στις «Κοινοτικές Θέσεις» της 16ηςΔεκεμβρίου 1991 να επιτύχει τη ρητή αναφορά ότι το όνομα της νέας χώρας δεν υπονοεί εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας. Έτσι το κείμενο της «Κοινής Θέσης» για την Αναγνώριση των Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών, με την προαναφερόμενη αναφορά περί αλυτρωτικών βλέψεων και σεβασμού των υπαρχόντων συνόρων, αναμφιβόλως απετέλεσε μια κατ’αρχάς και κατ’ αρχήν επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας.

Το …«έπος» των σφαλμάτων

4) Έκτοτε από πλευράς Ελλάδας κηρύχθηκε ένας ανένδοτος αγώνας σε βάρος της «νέας τάξης των Σκοπίων», όπου κατ’ ουσίαν ακυρώθηκε το επίτευγμα της 16ης Δεκεμβρίου 1991, εξ αιτίας των εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων, που ωστόσο οφείλονται σε ασυγχώρητα λάθη, εκείνων μάλιστα που αυτοανακηρύχθηκαν σε υπέρμαχους του … «νέου Μακεδονικού Αγώνα».

5) Ενταύθα γίνεται ρητή αναφορά στην «Επιτροπή Μπαντεντέρ» όπου η απουσία της Ελλάδας με κύρια ευθύνη του τότε ΥΠΕΞ Αντώνη Σαμαρά, είχε ως συνέπεια την παραδοχή ότι: «η Δημοκρατία της Μακεδονίας ικανοποιεί τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την αναγνώριση νέων κρατών στην Ανατολική Ευρώπη …, που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 16-12-1991». Η απόφαση αυτή υπήρξε καταλυτική για τη συνέχεια ως προς το όνομα. Ωστόσο:

6) Η ιστορική συγκυρία, παρά το σφετερισμό από την πλευρά των Σκοπίων του ελληνικού πολιτισμού και της ιστορίας του ελληνικού έθνους, εν τούτοις ως ιστορική περίοδος, δεν μπορούσε να αντιστοιχηθεί με την περίοδο του Ίωνα Δραγούμη και του Παύλου Μελά. Έτσι από πλευράς Ελλάδας υπήρξε υπέρβαση του μέτρου και η ελληνική διπλωματία αναλώθηκε σε «αχρείαστες» πολιτικές. Η ελληνική διπλωματία και η πολιτική τάξη στην Ελλάδα δεν είχε εντοπίσει ότι η «Ευρώπη των δώδεκα» προσπαθούσε να επιτύχει αναίμακτη μεταβολή της πολιτικής γεωγραφίας που δεν θα δημιουργούσε μια μείζονα αναδιάταξη και αναδιανομή στην περιοχή. Με τούτα τα δεδομένα μια από τις «προστατευόμενες περιοχές» ήταν πλέον και η ΠΓΔΜ, εφόσον στην περιοχή αυτή υπήρχαν αντικειμενικές συνθήκες επέκτασης της κρίσης που αφορούσαν στην αλβανική και σερβική μειονότητα. Και αυτός είναι ο πυρήνας της υπόθεσης που αγνόησε η ελληνική διπλωματία.

7) Έτσι από το 1992 από πλευράς Ελλάδας, ενώ υπήρχε τροποποίηση των προτεραιοτήτων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και Συμμάχων, αυτές τις προτεραιότητες δεν της κατανόησε η ελληνική διπλωματία αλλά και η πολιτική ηγεσία, με αποτέλεσμα, η Ελλάδα συντόμως να απομονωθεί, με συνέπεια το κεκτημένο της 16ης Δεκεμβρίου 1991 να αγκυλωθεί στην απολυτότητα του ονόματος σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε οι επόμενες κυβερνήσεις να είναι ουσιωδώς παγιδευμένες σ’ ένα δυσχερές διορθωτικό έργο.

8) Παρά ταύτα, η επίσημη Ελλάδα προσεγγίζοντας τις προαναφερόμενες προτεραιότητες που είχαν ήδη υποδειχθεί προς την ελληνική πλευρά, φαίνεται να προέκρινε το «γεωγραφικό προσδιορισμό». Αυτό προκύπτει από τις συγκλίνουσες παραστάσεις που μπορεί να έχει όποιος παρακολουθεί την εξέλιξη των πραγμάτων, παρά το ό,τι αγνοεί τα «επίσημα στοιχεία», δηλαδή τους «επίσημους φακέλους». Έτσι, η Ελλάδα κατά το μάλλον και μάλλον προσχώρησε στη συνετή εκδοχή που αφορούσε πλέον το γεωγραφικό προσδιορισμό του ονόματος του κράτους των Σκοπίων, με δεδομένο όμως ότι «το κύριο μέρος της γεωγραφικής Μακεδονίας» καταλαμβάνει τα όρια της Αρχαίας Ελληνικής Μακεδονίας. Συγκεκριμένα η γεωγραφική αναφορά της Μακεδονίας αφορά 55% στην Ελλάδα, 35 % στην ΠΓΔΜ, 9 % στη Βουλγαρία και μόλις 1 % στην Αλβανία.

9) Με τούτα τα δεδομένα ο γεωγραφικός προσδιορισμός απέκλειε τους παραπικρασμούς που προέκυψαν με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και το «μοίρασμα του κόσμου», οπότε ο Κροάτης Στρατάρχης Τίτο το 1944 διεκδίκησε «να επανενώσει όλα τα τμήματα της Μακεδονίας που διασπάστηκαν το 1912 και 1913 από τους βαλκάνιους ιμπεριαλιστές». Άξιο παρατήρησης είναι δε ότι η περιοχή των Σκοπίων που αφορούσε τη Vardar Banovina, που μετονομάστηκε σε «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας», και στη συνέχεια σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας», ήδη με βάση και την απόφαση 817/1993 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, αποκτούσε το νέο όνομα της προσωρινής ονομασίας της «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» (ΠΓΔΜ-FYROM).

Υπ’ όψιν επίσης ότι και τα ονόματα που πρότεινε ο Διαμεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών, ήταν εκείνα των: Republika Nova Makedonija, Republika Severna Makedonija, Republika GornaMakedonija, Republika Vardarska Makedonija και Republika Makedonija (Skopje)

Το πακέτο Πινέϊρο και το σχέδιο Βανς και Όουεν

10) Για τη «διαδρομή» του ονόματος μέχρι τη Συμφωνία των Πρεσπών προηγήθηκε και το «Σχέδιο Συνθήκης Επιβεβαίωσης των υπαρχόντων Συνόρων», γνωστό ως «πακέτο Πινέϊρο» του Μαρτίου-Απριλίου 1992, όπου ρητώς (θα) δεσμευόταν η Κυβέρνηση των Σκοπίων ότι: «αποκηρύττει και καταδικάζει όλες τις ενέργειες και πρωτοβουλίες του καθεστώτος της πρώην Γιουγκοσλαβίας να προσαρτήσει ή να υπονομεύσει την ελληνική κυριαρχία επί της Ελληνικής Μακεδονίας κατά την περίοδο 1944-1948», ενώ «δεσμεύεται να μην καταφύγει ή να ανεχθεί παρόμοιες δραστηριότητες στο μέλλον», καθώς και ότι: «θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εκριζώσει οποιεσδήποτε βλέψεις κατά της ελληνικής επικράτειας, καθώς και αναφορές ή ισχυρισμούς για ένα μελλοντικό ενιαίο Μακεδονικό Κράτος». Επίσης κατά το σχέδιο «Βανς και Λόρδου Όουεν» της 14ης Μαΐου 1943 που αφορούσε πρόταση επιβεβαίωσης των υπαρχόντων συνόρων και οικοδόμησης εμπιστοσύνης, φιλίας και συνεργασίας, το όνομα των Σκοπίων αφορούσε στο «Nova Makedonija» και μάλιστα χωρίς να προκύπτει το απαραίτητο για τα ελληνικά συμφέροντα και δικαιώματα erga omnes. Τέλος:

11) Άξιο αναφοράς είναι ότι η «Ενδιάμεση Συμφωνία» (η οποία κατ’ αρχάς αποδεχόταν τον όρο «Μακεδονία») που επετεύχθη το έτος 1995 στη Νέα Υόρκη, αξιοποιούσε το σχέδιο «Βάνς -Όουεν», και αναγνώριζε ως «προσωρινό όνομα» του κράτους των Σκοπίων εκείνο της «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας», χωρίς τη ρήτρα erga omnes, περιελάμβανε σημαντικές εγγυήσεις ως προς τις «Φιλικές Σχέσεις» και τα «Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης» μεταξύ των δύο χωρών. Φέρει δε την υπογραφή των ΥΠΕΞ των δύο χωρών, ήτοι του Κάρολου Παπούλια και του Στέβο Τσεβερνκόφσκι.

Το συμπέρασμα

12) Η Συμφωνία των Πρεσπών πέραν του ότι αποτελεί κατάληξη γεωγραφικού προσδιορισμού (Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας –και erga omnes), αφορά και ζητήματα όπως εκείνα: α)της «γλώσσας» και β) της «ιθαγένειας». Επ’ αυτών δε ο λαϊκισμός, η εκμετάλλευση της άγνοιας των πολιτών και ο κακός εννοούμενος εθνικισμός καλά κρατούν. Τούτων δοθέντων, υπ’ όψιν τα εξής:

13) Ως προς τη «γλώσσα», υπ’ όψιν ότι ναι μεν ονοματίζεται ως «Μακεδονική» (άρθρο 1 παρ. 3γ), ερμηνεύεται όμως ως «γλώσσα η οποία ανήκει στην ομάδα των Νότιων Σλαβικών γλωσσών» (άρθρο 7 παρ. 4). Επειδή δε ούτε ο ΟΗΕ «αναγνώρισε» (σφάλμα η αντίθετη εκδοχή) τη γλώσσα που ομιλούν στα Σκόπια ως «Μακεδονική», αλλά ούτε και η «Συμφωνία των Πρεσπών» ως νομικό κείμενο μπορεί να αναγνωρίσει «εθνικότητα» σε μια γλώσσα, το καθήκον αυτό ανήκει στην οικεία επιστήμη, ήτοι στην επιστήμη της γλωσσολογίας η οποία ως αυτόνομος κλάδος των ανθρωπιστικών σπουδών θα τοποθετηθεί επ’ αυτού.

14) Ως προς την «ιθαγένεια» (άρθρο 1 παρ. 3β), υπ’ όψιν ότι ορίζεται βεβαίως ως «Μακεδονική», αλλά διευκρινίζεται ότι ο πολίτης: «είναι πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας». Επειδή δε η «ιθαγένεια» αφορά νομικό δεσμό του ατόμου με το κράτος, θα πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Τι σημαίνει ο νομικός όρος «ιθαγένεια»

15) Η ιθαγένεια δεν μπορεί να ταυτίζεται με την «αρχή του αίματος» (jus sanguinis) που απασχόλησε ακόμη και την επιστήμη του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, λόγω του ότι απόκτηση της ιθαγένειας λαμβάνει χώρα και με «πολιτογράφηση». Παρά δε το ότι η «ιθαγένεια» παραμένει ακόμη στο πλαίσιο του jus publicum, εν τούτοις «ιθαγένεια» και «έθνος» ως νομικές έννοιες δεν μπορούν να ταυτιστούν. Για να μην παραπλανάται δε ο απλός πολίτης από τους όποιους αδαείς ή «κακοήθεις εθνικιστές», υπ’ όψιν ότι στο σύγχρονο Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο η «ιθαγένεια» ρυθμίζεται στο πλαίσιο των σύγχρονων αξιώσεων της διεθνούς έννομης τάξης, μη ταυτιζόμενη με τον όρο «έθνος».

16) Η σκέψη εισαγωγής του θεσμού της «ιθαγένειας» στην ενωσιακή έννομη τάξη οφείλεται σε ισπανική πρόταση, και σηματοδοτεί την αναγωγή του ατόμου σε citoyen, σε πολίτη δηλαδή της Ένωσης. Ο όρος «ιθαγένεια» που χρησιμοποιεί το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο δεν ταυτίζεται με τον παραδοσιακό όρο της «αρχής του αίματος». Η μη ταύτιση αυτή, άλλωστε, ευκρινώς αναδεικνύεται στα κείμενα και άλλων γλωσσών, όπως στο αγγλικό, όπου χρησιμοποιείται ο όρος citizenship αντί του nationality, και στο γαλλικό, όπου χρησιμοποιείται ο όρος citoyenneté αντί του nationalité. Σύμφωνα με την ενωσιακή έννομη τάξη και το άρθρο 20 ΣΛΕΕ «πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους», ενώ «η ιθαγένεια της Ένωσης προστίθεται και δεν αντικαθιστά την εθνική ιθαγένεια». Οίκοθεν συνάγεται ότι ο θεσμός της ευρωπαϊκής ιθαγένειας δεν ιδρύει και ευρωπαϊκό έθνος!..

Ως εκ τούτου, η αναγνώριση ιθαγένειας (και μάλιστα στο πολυεθνικό κράτος της ΠΓΔΜ), δεν συνεπάγεται τα όσα με εθνικιστικό και εξωνομικό λόγο επιχειρούν να διαπεράσουν στην κοινή γνώμη όσοι ασκούν κριτική στη Συνθήκη των Πρεσπών.

17) Τούτων δοθέντων εφόσον τηρηθούν τα προαπαιτούμενα και οι πρόνοιες που η Συνθήκη των Πρεσπών εγκαθιδρύει και συνομολογεί με πρόταγμα τη ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ και ως προς το «όνομα» και ως προς τον «αλυτρωτισμό», τότε η Συμφωνία των Πρεσπών τηρουμένων των «συνθηκών» υπό τις οποίες υπεγράφη, με δεδομένη τη διεθνή συγκυρία μπορεί να είναι μια λυσιτελής συμφωνία επωφελής και για τα δύο κράτη και για τους δύο λαούς, πολλώ δε μάλλον όταν με «Συμφωνίες Απλοποιημένης Μορφής» μπορούν οι σχέσεις των δύο κρατών να οικοδομήσουν ακόμη και κοινή άμυνα, όπως άλλωστε ήδη έχει συμφωνηθεί!

18) Επακολουθούν «Συμφωνίες απλοποιημένης μορφής», όπου μεταξύ αυτών προβλέπεται τόσο η κοινή άμυνα(!) όσο και η ενταξιακή πορεία της «νέας» αυτής Δημοκρατίας, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπ´όψιν ότι με το νόμο 4588/2019 Κυρώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η Συμφωνία των Πρεσπών.

Υπόψιν και τα εξής ως προς τις πολιτικές εξελίξεις

19) Πρόδηλο είναι, ότι το νεοσύστατο αυτό κράτος επιδιώκεται να είναι αντικείμενο επιρροών στα Δυτικά από την Αλβανία, στα Ανατολικά από την Βουλγαρία και γενικότερα από την Τουρκία. Όσο, όμως, η Ελλάδα είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της συγκεκριμένης Συμφωνίας, τόσο η Βόρεια Μακεδονία θα τελεί υπό την αποκλειστική επιρροή της Ελληνικής Δημοκρατίας.

20) Ο πρωθυπουργός κύριος Κυριάκος Μητσοτάκης ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης επιδιώκοντας προδήλως να αλιεύσει ψήφους υπέρ του κόμματος του και με σκοπό την πρωθυπουργία του, υποσχέθηκε ρητώς ότι θα θέσει βέτο (veto) για την ενταξιακή πορεία της «νέας» αυτής Δημοκρατίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά μείζονα δε λόγο εξυπακούεται ότι δεν υπάρχει περίπτωση να κυρώσει τις παρεπόμενες συμφωνίες! Έτσι όμως άφησε πεδίο ελεύθερο στην κυβέρνηση των Σκοπίων να δώσει χείρα «αμυντικής συνεργασίας» προςτην Άγκυρα!..

21) Ο κύριος πρωθυπουργός γνωρίζει ότι κυρώνοντας αυτές τις συμφωνίες ακυρώνει το δικό του πολιτικό λόγο και οι συνέπειες σε επίπεδο «συλλογής ψήφων» θα είναι πολύ οδυνηρές, όποτε γίνουν εκλογές. Από την άλλη η πολιτική αυτή δεν είναι συμβατή με τα εθνικά συμφέροντα και περαιτέρω (ενδεχομένως) μπορεί ο κύριος πρωθυπουργός να βρεθεί προ αδιεξόδου εάν «πιεστεί» από «φίλους και συμμάχους». Το αδιέξοδο δε αυτό θα είναι αξεπέραστο εάν ο κύριος πρωθυπουργός θα είναι εγκλωβισμένος στο να μην προβεί – και εξαιτίας του λόγω αυτού – σε προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Άλλωστε,στον κύριο πρωθυπουργό, σε κάθε περίπτωση, απέμεινε περίπου ενάμιση έτος (!) ακόμη συνταγματικών προθεσμιών ώστε να είναι ο πρωθυπουργός της χώρας χωρίς την διεξαγωγή εκλογών…Τέλος

22) Υπ´’ όψιν ότι: όταν δεν διαβάζονται καλά οι ιστορικές συγκυρίες και τα διπλωματικά και γεωπολιτικά δεδομένα, οι πολιτικές που δεν αντιστοιχούν σ´αυτές τις καταστάσεις μπορούν να είναι καταστροφικές για ένα Λαό και ένα Έθνος. Άλλωστε, ιδεολογήματα, μεγαλοϊδεατισμοί και εξωπραγματικές εκτιμήσεις αφορούν πάντοτε μοιραία λάθη. Λάθη που πολλές φορές είναι ασυγχώρητα!. Και οπωσδήποτε μοιραία για αυτούς που τα εμπνεύστηκαν ή με λαϊκισμό τα υιοθέτησαν!

Ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Ελλάδας και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (ECHR και GC-EU)...

ieidiseis.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια