Σκάνδαλο υποκλοπών: Η εθνική ασφάλεια σε σκοτεινά χέρια

 


Μορφή χιονοστιβάδας παίρνουν οι αποκαλύψεις για το "κέντρο" παρακολουθήσεων στο Μέγαρο Μαξίμου. Η βαρύτητα της υπόθεσης Δένδια, ο Λαβράνος και μια κυβέρνηση που δεν παίρνει κανένα μέτρο θωράκισης των δημοκρατικών θεσμών.

Γεράσιμος Λιβιτσάνος

Για δεύτερο συνεχόμενο Σαββατοκύριακο αποκαλύψεις για το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων έρχονται στο φώς από τον τύπο και μάλιστα από ετερόκλητα έντυπα, ως προς την ιδεολογική τοποθέτηση.

Η λίστα παρακολουθούμενων πολιτικών προσώπων σύμφωνα με το Documento διευρύνεται, καταγράφονται σαφέστατα σχέσεις της κυβέρνησης με τον επιχειρηματία Γιάννη Λαβράνο στην συνέντευξη του επιχειρηματία στην ΕΦΣΥΝ, ενώ το Βήμα "έδειξε" το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής για την αδειοδότηση της εταιρίας που εμπορεύθηκε το Predator αν και αυτό διαψεύδεται από τον Κυριάκο Πιερρακάκη.

Την ίδια στιγμή,  δύο εφημερίδες (Documento-Βήμα) κάνουν νύξη για παρακολούθηση του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Δένδια.

Στοιχείο που αν επιβεβαιωθεί είναι ευνόητο πως αποτελεί ατόπημα γιγαντιαίου μεγέθους που εγείρει αυτόματα πολιτειακά ζητήματα και ζητήματα Εθνικής Ασφάλειας.

Αυτά ενώ το σκάνδαλο των υποκλοπών ταλανίζει την πολιτική (πλέον και την επιχειρηματική) ζωή ήδη από τα τέλη Ιουλίου. Όταν για πρώτη φορά ο πρωθυπουργός παραδέχθηκε την επισύνδεση της ΕΥΠ στον Νίκο Ανδρουλάκη μετά την παραίτηση των δύο στενών συνεργατών του, τον γ.γ του Μ.Μαξίμου Γρηγόρη Δημητριάδη και τον διοικητή της ΕΥΠ, Παναγιώτη Κοντολέoντα.

Διεθνής διασυρμός για την Ελλάδα

Η υπόθεση αυτή όχι μόνον έχει αλλάξει τις πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό της χώρας μια και έχει δημιουργηθεί ένα άτυπο αντιπολιτευτικό μέτωπο, αλλά έχει εκθέσει την χώρα διεθνώς. Τόσο στον διεθνή τύπο όσο και στα θεσμοθετημένα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άλλωστε ήδη η Ελλάδα έχει ατύπως καταταχθεί στην μειοψηφική κατηγορία των ευρωπαϊκών χωρών με δημοκρατικό έλλειμμα.

Η κυβέρνηση παρότι επισείει τον κίνδυνο του «τοξικού κλίματος» στην πολιτική ζωή του τόπου, (αποδίδοντας το αποκλειστικά στον ΣΥΡΙΖΑ, παρότι και το ΠΑΣΟΚ ζητά επίσης διαλεύκανση της υπόθεσης), δεν κάνει τίποτε ώστε να διαλευκάνει την υπόθεση των παρακολουθήσεων.

Πιο συγκεκριμένα:

Παρότι παραδέχεται (με δήλωση του ίδιου του πρωθυπουργού στην τελευταία του συνέντευξη) την πιθανότητα ύπαρξης κέντρου παρακολουθήσεων, από ιδιώτη ή άλλες «σκοτεινές δυνάμεις» δεν έχει να επιδείξει τίποτε στην κατεύθυνση της εξάρθρωσή του. Ουσιαστικά δηλαδή καλεί τις πολιτικές δυνάμεις να …αλλάξουν ατζέντα, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να «προχωρήσει» η χώρα στο προεκλογικό έτος 2023 με έναν τέτοιο μηχανισμό να παραμένει αλώβητος.

Αποστασιοποιείται από το φλέγον αυτό πρόβλημα δημοκρατίας, παραπέμποντας στην δικαιοσύνη. Όμως και στο πεδίο αυτό υφίστανται πολλά ερωτηματικά. Για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον γιατί η εισαγγελική έρευνα είναι κατακερματισμένη αφού διενεργούνται 5 ίσως και 6 διαφορετικές έρευνες με το ίδιο αντικείμενο, ενώ μία εξ’ αυτών αφορά το πώς διέρρευσε η δραστηριότητα της ΕΥΠ σχετικά με τις επισυνδέσεις στον τύπο. Αυτά ενώ παραμένει στην θέση της η Βασιλική Βλάχου, η εισαγγελέας της ΕΥΠ που υπέγραφε τις παρακολουθήσεις πολιτικών (;) και δημοσιογράφων και έχει δηλώσει πρόθυμη να υπογράψει αν απαιτηθεί και την παρακολούθηση της Προέδρου της Δημοκρατίας, Κατερίνας Σακελαροπούλου.

Στο κοινοβουλευτικό επίπεδο, ο πρωθυπουργός αρνείται να προσέλθει στο κοινοβούλιο και να δώσει οποιαδήποτε απάντησης. Αυτά ενώ η κυβέρνηση θα είχε ήδη «κλείσει» την υπόθεση των παρακολουθήσεων αν η αντιπολίτευση (ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, Μέρα 25) δεν επέμεναν να καλούν πρόσωπα – κλειδιά στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, αξιοποιώντας τις μικρές δυνατότητες του Κανονισμού της Βουλής. Όμως και εδώ η κυβέρνηση παρεμποδίζει την διαλεύκανση της υπόθεσης εμμένοντας στις «κλειστές θύρες» των επιτροπών και την επίκληση του απορρήτου. Αυτό άλλωστε αναμένεται να κάνει και στην επόμενη συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας που θα κληθεί ο γραμματέας του Μ.Μαξίμου Γρηγόρης Δημητριάδης και οι επιχειρηματίες που φέρονται να είναι μπλεγμένοι με το Predator ( Φέλιξ Μπίζιος, Ταλ Ντίλιαν και Γιάννης Λαβράνος).

Στο πολιτικό-επικοινωνιακό επίπεδο, πέραν της προφανέστατης πρόθεσης της κυβέρνησης να «αλλάξει ατζέντα» παραμένουν σημαντικά κενά στην επιχειρηματολογία της. Χαρακτηριστικό είναι πώς δεν μπορεί να αρνηθεί ευθέως και ξεκάθαρα το ενδεχόμενο να παρακολουθείται εν ενεργεία υπουργός της κυβέρνησης. Παρά το γεγονός πως έχει προκληθεί στο ανώτερο δυνατό επίπεδο από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Επίσης συνεχίζει να «διατηρεί» σκιές πάνω από το πρόσωπο του Νίκου Ανδρουλάκη ο οποίος φέρεται να έχει πέσει θύμα επισύνδεσης για λόγους εθνικής ασφάλειας. Επίσης άγνωστο παραμένει το αν και πότε θα απαγορεύσει την χρήση λογισμικών παρακολούθησης και αν θα επαναφέρει το καθεστώς με βάση το οποίο τα θύματα παρακολούθησης από την ΕΥΠ μπορούν να ενημερώνονται γι αυτό όσο και την αιτία. Το «παράθυρο» αυτό άφησε ανοιχτό ο υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης στην συνάντησή του με την Επιτροπή PEGA δίχως όμως να διευκρινίσει αν τυχόν επαναφορά της διάταξης θα έχει αναδρομική ισχύ.

Τέλος είναι σαφές πως αν και η ευθύνη για την κατάσταση «διαχέεται» στο σύνολο της κυβέρνησης, πρώτιστη φέρεται να έχει ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Όχι μόνον εξαιτίας των θεσμικών αρμοδιοτήτων (ΕΥΠ) που ο ίδιος απέδωσε στον εαυτό του αλλά επειδή το σύνολο των στοιχείων που έρχονται στην δημοσιότητα «δείχνουν» προς το Μέγαρο Μαξίμου.

Διαμορφώνουν μια εικόνα συνεργασίας της ΕΥΠ με ιδιωτικά συμφέροντα προκειμένου να διαμορφωθεί ένα ευρύτατο όσο και «κυκλικής ανάπτυξης» δίκτυο παρακολουθήσεων έχοντας στο επίκεντρο το – πολύ στενό- πρωθυπουργικό γραφείο.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια