Οι προκλήσεις της εξωτερικής πολιτικής το 2023


 Γιώργος Καυρούγκαλος

Ένα είναι βέβαιο: οι λογικές της επικοινωνιακής διπλωματίας και του «προκεχωρημένου φυλακίου» δεν προωθούν τα εθνικά συμφέροντα.

Η παράνομη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία θα εξακολουθεί να είναι το κεντρικό γεγονός στην παγκόσμια σκηνή και το 2023, χωρίς, δυστυχώς, ευοίωνες προβλέψεις για το τέλος της. Δεν φαίνεται σε εξέλιξη καμία διπλωματική προσπάθεια, όχι απλώς για ειρήνη, αλλά ούτε καν για ανακωχή με τερματισμό της ρωσικής εισβολής, την οποία είχαμε καταδικάσει απερίφραστα και από την πρώτη στιγμή. Είχαμε, παράλληλα, εξαρχής τονίσει ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να είχε αποτραπεί εάν ΗΠΑ και Ευρώπη είχαν προωθήσει την πρώτη δεκαετία αυτού του αιώνα μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας, που θα ενσωμάτωνε και τη Ρωσία, με όρους Διεθνούς Δικαίου. Δυστυχώς, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να μην μπορεί να παρέμβει αποφασιστικά στο ουκρανικό δράμα, αν και είναι κυρίως τα ευρωπαϊκά άμεσα και μακροπρόθεσμα οικονομικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα που πλήττονται από τη διαιώνιση του πολέμου. Δυστυχώς, όμως, παλινωδεί ακόμα και στα Δυτικά Βαλκάνια, όπου η Συμφωνία των Πρεσπών δημιούργησε μια νέα δυναμική που χάνεται.

Η προοπτική μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και άμυνας φαίνεται σήμερα πιο μακρινή από ποτέ. Η δε κυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη, αντί να στηρίξει ενεργά παλιότερα τις πρωτοβουλίες Ντράγκι, και πρόσφατα Μακρόν, στην κατεύθυνση διπλωματικής διεξόδου και να αναδείξει τον ρόλο της χώρας ως δύναμη ήπιας ισχύος, ταυτίζεται με τη γραμμή της των γερακιών. Στέλνει περισσότερα όπλα στην Ουκρανία απ’ ό,τι η Ιταλία και η Γαλλία. Μάλιστα, πολλά από αυτά που απομακρύνθηκαν από τα νησιά μας δεν φαίνεται να έχουν αντικατασταθεί, σε μία περίοδο που η Τουρκία υπερθεματίζει για την αποστρατιωτικοποίηση τους και προκαλεί με κλιμάκωση της επιθετικότητάς της. Παρά τις αντικειμενικές αυτές δυσκολίες, είναι απολύτως αναγκαία μια διεθνής και, ιδανικά, ευρωπαϊκή διπλωματική πρωτοβουλία για τον τερματισμό του πολέμου, με πλήρη σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ουκρανίας.

Στο μέτωπο των ελληνοτουρκικών, η κατάσταση δεν φαίνεται να μεταβάλλεται μέχρι τουλάχιστον τις σχεδόν ταυτόχρονες εκλογές σε Ελλάδα και Τουρκία. Η Τουρκία έχει περάσει πλέον σε νέα, πρωτόγνωρα επίπεδα επιθετικότητας, στο πλαίσιο της πάγιας αναθεωρητικής στρατηγικής της. Αμφισβητεί την κυριαρχία στα νησιά μας, με αβάσιμα νομικά επιχειρήματα, ανιστόρητη ρητορική και επιθετικές προκλήσεις στο πεδίο, με ρεκόρ υπερπτήσεων και παραβιάσεων του εναέριου χώρου μας. Είναι σαφές ότι η πρόσφατη επιθετικότητα εντάσσεται στην πάγια και σταθερή τουρκική στρατηγική, αλλά και ότι η έξαρσή της εξηγείται εν μέρει και από την παρατεταμένη προεκλογική περίοδο στη γείτονα. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς.

Η κυβέρνηση στερείται συνεκτικής στρατηγικής και κατασκευάζει εικονικές πραγματικότητες περί δήθεν τουρκικής απομόνωσης, που δεν έχουν καμία σχέση με εθνική στρατηγική ή την πραγματικότητα. Απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα ακολουθεί μια πολιτική χωρίς σαφείς και σταθερές κόκκινες γραμμές, που εξαντλείται στην αναζήτηση δηλώσεων συμπαράστασης από εταίρους και συμμάχους. Εμείς θεωρούμε ότι θα πρέπει να εισπράττει κόστος η Τουρκία σε κάθε νέα πρόκληση, σε κάθε νέα επιθετική συμπεριφορά. Κόστος με κυρώσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση και στις οικονομικές συναλλαγές της με την Ευρώπη, η οποία αποτελεί τον βασικό οικονομικό εταίρο της.

Είναι αναγκαίο να τερματιστεί η λογική του «πιστού και δεδομένου» συμμάχου, που δεν διεκδικεί κυρώσεις από την Ε.Ε. ή πίεση από την κυβέρνηση των ΗΠΑ για να τερματίσει η Τουρκία τις προκλήσεις και να επανέλθει στον διάλογο. Είναι αναγκαίο, επίσης, να αποκατασταθούν άμεσα δίαυλοι επικοινωνίας για αποφυγή τυχόν ατυχήματος. Για τον λόγο αυτό θεωρούμε κατ’ αρχήν θετική την επαφή σε επίπεδο διπλωματικών συμβούλων των δύο ηγετών, όπως η πρόσφατη των Βρυξελλών. Είναι προφανές, βεβαίως, ότι παρόμοιες επαφές πρέπει να γίνονται με βάση τη δική μας ατζέντα και όχι τρίτων. Αναμένουμε σχετική ενημέρωση.

Το σημαντικότερο όμως είναι να δρομολογηθούν πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση επανέναρξης ουσιαστικού διαλόγου μεταξύ των κυβερνήσεων που θα προκύψουν από τις εκλογές. Διάλογος που θα συνδέει τη Χάγη με την αναθεώρηση της Τελωνειακής Ένωσης Ε.Ε.-Τουρκίας. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι προτάσεις μας για την επέκταση των χωρικών υδάτων νότια και ανατολικά της Κρήτης, στο Καστελόριζο και αργότερα όπου αλλού στην Ανατολική Μεσόγειο κριθεί ότι είναι αναγκαίο, σε συνδυασμό με περιφερειακές και διμερείς διαπραγματεύσεις για τις θαλάσσιες οικονομικές ζώνες.

Η λογική της πρότασης υπερακοντίζει κατά πολύ την ανάγκη να διεμβολιστεί το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η ενέργεια αυτή -άσκησης κυριαρχίας- εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο, στο πλαίσιο του οποίου η Ελλάδα θα καλέσει τις όμορες χώρες στην Ανατολική Μεσόγειο σε συνομιλίες, προκειμένου να υπάρξει οριοθέτηση της ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας με προσφυγή στη Χάγη. Η πρώτη κίνηση πρέπει να είναι η επανέναρξη διαπραγματεύσεων με τη Λιβύη, η συνέχιση των συνομιλιών με την Αίγυπτο για επέκταση της σημερινής ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας, όπως και με την Τουρκία στην περιοχή κάτω από το Καστελόριζο. Και σε αυτό το πλαίσιο στο τραπέζι πρέπει να είναι και η Κύπρος.

Ενα είναι βέβαιο: οι λογικές της επικοινωνιακής διπλωματίας και του «προκεχωρημένου φυλακίου» δεν προωθούν τα εθνικά συμφέροντα. Η επιστροφή σε μια ενεργητική διπλωματία, προσανατολισμένη στον ουσιαστικό διάλογο και στις λύσεις, αποτελεί εθνική αναγκαιότητα.

* Ο Γιώργος Κατρούγκαλος είναι καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και τομεάρχης Εξωτερικών του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.

left.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια